.........................................ΕΛΛΑΔΑ - ΜΝΗΜΕΙΑ - Αρχαιολογικοί χώροι και Μνημεία στην Ελλάδα. Ελληνικός Πολιτισμός


«Όποιος ελεύθερα συλλογάται συλλογάται καλά», Ρήγας Φεραίος Βελενστινλής

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Κυριακή, 9 Σεπτεμβρίου 2018

Επαναπατρίστηκε μαρμάρινη επιτύμβια στήλη απ' το Λονδίνο

Αρχαία, Λονδίνο, υπουργείο Πολιτισμού

stili.jpg

Υπουργείο Πολιτισμού

Σε δημοπρασία αρχαιοτήτων του Οίκου Sotheby΄s στο Λονδίνο εντοπίστηκε μαρμάρινη ενεπίγραφη επιτύμβια στήλη αττικού εργαστηρίου, που χρονολογείται περί το 340 π.Χ.
Όπως ανακοίνωσε το υπουργείο Πολιτισμού χθες, Παρασκευή, επαναπατρίστηκε στην Ελλάδα το αρχαίο αντικείμενο που είχε εξαχθεί παράνομα από τη χώρα.
«Το Υπουργείο Πολιτισμού, μέσω της αρμόδιας Διεύθυνσης Τεκμηρίωσης και Προστασίας Πολιτιστικών Αγαθών, αξιοποιώντας σχετικές πληροφορίες από τις διωκτικές Αρχές και σε συνεργασία με τις δικαστικές Αρχές, προέβη σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες για τη διεκδίκησή της. Η στήλη παραδόθηκε τελικά από τον οίκο δημοπρασιών στη Μητροπολιτική Αστυνομία του Λονδίνου, προκειμένου να επιστραφεί στην Ελλάδα», συμπληρώνει η ανακοίνωση.
Σύμφωνα με το ΥΠΠΟΑ, «πρόκειται για ένα τυπικό παράδειγμα μαρμάρινης αττικής στήλης Κλασικών χρόνων με ανθεμωτή επίστεψη. Στον κορμό της, αποδίδονται ανάγλυφα δύο ρόδακες και κάτω από αυτούς διακρίνεται αρχή ονόματος, πιθανόν του νεκρού: ΕΣΤΙ[ΑΙΟΣ]. Η στήλη χρονολογείται περί το 340 π.Χ. και προέρχεται αναμφίβολα από κάποιο αρχαίο νεκροταφείο της Αττικής, καθώς ο συγκεκριμένος τύπος αποτελεί αποκλειστικότητα των αττικών εργαστηρίων γλυπτικής».
Στην επιστροφή τής στήλης συνέβαλε ουσιαστικά η πρεσβεία της Ελλάδας στο Λονδίνο, η οποία συνέδραμε εξαρχής με κάθε πρόσφορο τρόπο, ώστε να ολοκληρωθούν οι απαραίτητες διαδικασίες της επιστροφής της στήλης. Μετά τον επαναπατρισμό της η στήλη παραδόθηκε στο Επιγραφικό Μουσείο.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ:
Χανιά: Τουρίστας βρήκε αρχαίο αγγείο στη θάλασσα
Ασύλητο νεκροταφείο προϊστορικών και ιστορικών χρόνων

Πέμπτη, 6 Σεπτεμβρίου 2018

Μεγάλη ανακάλυψη στην Κρήτη: Χώρος λατρείας σε μινωικό ανάκτορο στη Ζώμινθο

   ΑΝΑΣΚΑΦΕΣ | ΖΩΜΙΝΘΟΣ | ΚΡΗΤΗ   


Μία νέα διάσταση της λατρείας στο ανακτορικό κτίριο της Ζωμίνθου στην Κρήτη και οι απαρχές της στην Παλαιοανακτορική περίοδο (1900-1700 π.Χ) αποκαλύφθηκαν φέτος κατά την ετήσια ανασκαφή της Αρχαιολογικής Εταιρείας που πραγματοποίησε η Επίτιμη Διευθύντρια Αρχαιοτήτων Δρ. Έφη Σαπουνά-Σακελλαράκη στον Ψηλορείτη.
Όπως έδειξε η αρχαιολογική έρευνα, ο φυσικός βράχος στον οποίο είναι θεμελιωμένο το κτιριακό συγκρότημα, είχε λειτουργήσει από το 2000 π.Χ. περίπου ως υπαίθριος χώρος λατρείας με μικρές κατασκευές.

Σε κοιλώματά του τοποθετούσαν οι λατρευτές αγγεία και άλλα αφιερώματα, που ήρθαν φέτος στο φως: egg cups (απλά αγγεία σε μορφή κυπέλλου με δισκοειδή βάση), άλλοτε άβαφα, άλλοτε βαμμένα με μαύρο χρώμα (κάποιες φορές με λευκές ταινίες πάνω σε μαύρο και άλλες βαμμένα με κόκκινο χρώμα). Όπως υποστηρίζει η Έ. Σαπουνά-Σακελλαράκη, πρόκειται για λατρευτική πρακτική γνωστή έως τώρα από τα μινωικά ιερά κορυφής.
Πάνω στον βράχο είχε ιδρυθεί το κτηριακό συγκρότημα, όπως δείχνουν σποραδικά λείψανα σε όλο τον χώρο. Στο νοτιοδυτικό τμήμα, του οποίου η τελική μορφή αποκαλύφθηκε στην φετινή ανασκαφή, οι χώροι είναι διώροφοι και τριώροφοι με πλακόστρωτα ή ξύλινα δάπεδα πάνω στον βράχο.

Στο τμήμα αυτό ήρθαν στο φως πέρυσι και φέτος πολύτιμα αντικείμενα και σκεύη: χάλκινα εγχειρίδια, σφραγίδα, λίθινα αγγεία κλπ. Στον ίδιο χώρο αποκαλύφθηκαν φέτος τμήμα από «κύπελλο κοινωνίας» και χάλκινο κουταλάκι που χρονολογούνται πριν το 1750 π.Χ., δηλαδή προ της περιόδου καταστροφής των πρώτων ανακτόρων.
Ανασκαφικά είναι η πρώτη φορά που απαντάται ο συνδυασμός του βράχου με πολυώροφο κτήριο σε οικιστικό κέντρο. Εικονογραφικά το συναντούμε μόνο σε λίθινο ανάγλυφο αγγείο από την περιοχή Γυψάδες της Κνωσού, όπου εικονίζεται ένας λατρευτής σκυφτός και γονατιστός να αφιερώνει σε βωμό ανάμεσα σε βράχους ένα αντικείμενο και πάνω από το βραχώδες τοπίο εικονίζεται ένα κτίσμα.
Τα ευρήματα που αναφέρθηκαν πιο πάνω επιβεβαιώνουν την εικόνα λατρείας κατά την άσκηση της οποίας, όπως θεωρεί η ανασκαφέας, θα ελάμβαναν χώρα και τελετουργικά γεύματα, γεγονός που αποδεικνύεται από το πλήθος χυτρών, κωνικών κυπέλλων και τριπτήρων που θα χρησιμοποιούνταν πιθανώς για την παρασκευή εδεσμάτων.
Η φετινή ανασκαφή διεύρυνε την συνολική ανεσκαμμένη επιφάνεια κατά 100 τ.μ. και αποκάλυψε και άλλα ενδιαφέροντα αρχιτεκτονικά στοιχεία. Χαρακτηριστική είναι μία είσοδος από Βορρά προς Νότο με δίφυλλη θύρα που οδηγούσε σε πλακόστρωτο χώρο θεμελιωμένο σε διαμορφωμένο τμήμα του βράχου.
Στα Μινωικά χρόνια μπορεί το πλακόστρωτο αυτό να χρησίμευε σαν υπαίθριος χώρος εκτέλεσης αθλοπαιδιών ή τελετών. Το ίδιο τμήμα άλλωστε χρησιμοποιήθηκε αργότερα, επί Ρωμαϊκή εποχής, ως λιθόστρωτος χώρος-αυλή του κτίσματος που είχαν κτίσει οι Ρωμαίοι πάνω στα ερείπια του μινωικού κτηρίου. Ένα νόμισμα του αυτοκράτορα Αδριανού που βρέθηκε στο σημείο αυτό, μαζί με άλλο νόμισμα, του Μάρκου Αυρήλιου, που είχε βρεθεί το 2017 επικυρώνουν την ρωμαϊκή παρουσία.
Μία άλλη εντυπωσιακή πλακόστρωτη είσοδος με πολύθυρο που οδηγούσε σε προθάλαμο με θρανίο αποκαλύφθηκε στην βορειοανατολική πλευρά του κτηρίου.
Πλήθος κινητών ευρημάτων βρέθηκαν σε όλο τον χώρο της ανασκαφής, όπως π.χ. στον χώρο του ισογείου του λεγόμενου «μεταλλευτικού κλιβάνου», όπου φέτος ανασκάφηκε ο πλακόστρωτος ισόγειος χώρος αλλά και τμήμα του αρχαιότερου στρώματος στο οποίο ήταν θεμελιωμένος ο κεντρικός πεσσός του.
Ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα κομμάτια ορείας κρυστάλλου που βρίσκονται σε μεγάλο πλήθος σε όλα τα δωμάτια του κτηρίου – το εργαστήριο ορείας κρυστάλλου είχε ανασκαφεί από τον Γιάννη Σακελλαράκη – μαζί με κομμάτια οψιανού. Όπως πιστεύουν και άλλοι ερευνητές, η ανασκαφέας θεωρεί ότι η ύπαρξή τους ίσως έχει σχέση με κάποιες «μαγικές» ιδιότητες που τους απέδιδαν οι ένοικοι.
Ιδιαίτερο εύρημα, όμως, αποτελούν τμήματα μεγάλου ρυτού (τελετουργικό αγγείο) σε σχήμα ταυροκεφαλής ύψους 30 εκ., το οποίο εντοπίστηκε σε ένα από τα δωμάτια της δυτικής πλευράς του κτηρίου.
Η απάντηση, τέλος, για την προέλευση της πέτρας που χρησιμοποιήθηκε για την επίστρωση του δαπέδου του κτηρίου, συγκεκριμένα μεγάλων πλακών διαστάσεων έως και 3×1 μ., δόθηκε μετά την έρευνα της τοπογραφίας της περιοχής περί τα 20 χμ. από την Ζώμινθο, στα Ταλλαία Όρη, κοντά στο χωριό Δοξαρό. Πρόκειται για λατομείο που δίνει μεγάλες ασβεστολιθικές πλάκες που μοιάζουν με μάρμαρο.
Συμπερασματικά, παρά την μακρά κατοίκησή του από την Μινωική εποχή έως την εποχή της Βενετοκρατίας, παρά τις πολλές μετασκευές και τις αλλεπάλληλες λεηλασίες, το ανάκτορο της Ζωμίνθου διασώζει πολλά στοιχεία που αποδεικνύουν την μεγάλη σημασία του.
Άλλωστε, πρόκειται για το μοναδικό μινωικό κέντρο, θρησκευτικό, οικονομικό και παραγωγικό, σε υψόμετρο 1200 μ., άριστα οργανωμένου, με πολλούς θρησκευτικούς χώρους, με εργαστήρια κατεργασίας πρώτων υλών και κατασκευής αντικειμένων, όπως το κεραμεικό εργαστήριο με τον κλίβανο δίπλα του και το καμίνι για την χαλκουργία και με μεγάλες αποθηκευτικές δυνατότητες, όπως δείχνουν τα πιθάρια για την φύλαξη προϊόντων του βουνού, μεταξύ των οποίων τα περίφημα βότανα του Ψηλορείτη, αλλά και του μαλλιού.
Κυρίως, όμως, τόσο από το ίδιο το λαβυρινθώδες κτήριο, όσο και από τα τελετουργικά αντικείμενα που έχουν έρθει στο φως, αποδεικνύεται η σημασία και ο θρησκευτικός ρόλος του επί αιώνες στην λατρεία του Δία.
Ιδρυμένη στα μισά περίπου της απόστασης από την Κνωσό προς το Ιδαίο Άντρο, η Ζώμινθος υπήρξε για τους Μινωίτες ο χώρος που θα μπορούσε να υποκαταστήσει κατά τους χειμερινούς μήνες του χρόνου το ιερό σπήλαιο, όταν η πρόσβαση προς αυτό ήταν δύσκολη.
Το ανακτορικό κέντρο της Ζωμίνθου ύστερα από μία εικοσαετία συστηματικής ανασκαφής, την οποία άρχισε ο αείμνηστος Γιάννης Σακελλαράκης και συνεχίζει η Έφη Σαπουνά-Σακελλαράκη, έχει φανερώσει πλέον πολλά από τα μυστικά του.

___________

Κυριακή, 2 Σεπτεμβρίου 2018

Ο Μεσσήνιος γλύπτης Δαμοφών

   ΓΙΑ ΝΑ ΓΝΩΡΙΣΟΥΜΕ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ   



Του καθηγητή Πέτρου Θέμελη
O Δαμοφών, γιος του Φιλίππου από τη Mεσσήνη, είναι ο γνωστότερος γλύπτης της ώριμης ελληνιστικής περιόδου στη Nότιο Eλλάδα. Eπιδιδόταν στην κατασκευή αγαλμάτων που εικόνιζαν αποκλειστικά θεούς και ήρωες. Σε αντίθεση με τους σαράντα και πλέον γνωστούς γλύπτες από το τέλος του 4ου ως το τέλος του 3ου αιώνα π.X., οι οποίοι φιλοτέχνησαν κυρίως πορτρέτα, κανένας εικονιστικός ανδριάντας δεν περιλαμβάνεται ανάμεσα στα έργα που αποδίδονται στον Δαμοφώντα. H ιδεαλιστική αντίληψη που είχε για την τέχνη της αγαλματοποιίας ήταν τελείως ξένη προς τις ρεαλιστικές απαιτήσεις της ανθρωποποιίας και της ανδριαντοποιίας.
Tα κλασικιστικά στοιχεία των θεϊκών και ηρωικών μορφών του Δαμοφώντος υπαγορεύονταν κατά ένα βαθμό από τον παραδοσιακά συντηρητικό χαρακτήρα αυτής της κατηγορίας έργων. Δούλευε κυρίως σε μάρμαρο, αλλά και σε ξύλο και χαλκό. Στα κολοσσιαίου -συνήθως- μεγέθους μαρμάρινα έργα του, χρησιμοποιεί ενίοτε την τεχνική του ακρόλιθου, αλλά συνηθέστερα αυτήν του «τεμαχισμού». Συγκροτεί δηλαδή τις μορφές του από πολλά, χωριστά δουλεμένα τεμάχια μαρμάρου, τα οποία συναρμολογεί, "συναρμόζει", με τη βοήθεια μεταλλικών συνδέσμων και κόλλας. Oι κομμένες πλευρές επαφής και σύνδεσης των μαρμάρινων κομματιών, καθώς και οι πίσω επιφάνειές τους, φέρουν ίχνη εργαλείων χαρακτηριστικών της τεχνικής του, τα οποία αποτελούν πρόσθετο τεκμήριο απόδοσης των έργων στον γλύπτη μας, σε συνδυασμό πάντα με τα τεχνοτροπικά στοιχεία του.
Tο καλής ποιότητας μάρμαρο ήταν ανέκαθεν πολύτιμο, ιδιαίτερα σε περιοχές όπου οι γεωλογικές εμφανίσεις του μαρμάρου είναι ανύπαρκτες, όπως στη Mεσσηνία. H τεχνική του τεμαχισμού αξιοποιεί ακόμη και τα πολύ μικρά κομμάτια του πολύτιμου υλικού· ήταν άλλωστε αναπόφευκτη στα κολοσσιαίου μεγέθους και στα τολμηρά κινημένα έργα, γιατί ήταν αδύνατη η εξόρυξη επαρκούς ενιαίου μαρμάρινου όγκου.
ΓΥΝΑΙΚΕΙΑ ΣΑΡΚΑ ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΛΕΠΤΑ ΥΦΑΣΜΑΤΑ
Xάρη στον περιηγητή Παυσανία, ο οποίος εκτιμούσε ιδιαίτερα την τέχνη του Δαμοφώντος, γνωρίζουμε δεκαπέντε τουλάχιστον έργα του (πέντε από αυτά πολύμορφα συντάγματα), ανιδρυμένα σε ιερά τεσσάρων πόλεων της Πελοποννήσου. Eννέα λατρευτικές συνθέσεις του βρίσκονταν στη γενέτειρα του γλύπτη Mεσσήνη, δύο στο Aίγιο, έδρα της Aχαϊκής Συμπολιτείας, τρία στην αρκαδική πρωτεύουσα Mεγαλόπολη και μια λατρευτική σύνθεση με τέσσερις μορφές στην αρκαδική Λυκόσουρα.
Aντιπροσωπευτικό έργο της τέχνης και της ικανότητάς του στην απόδοση του λεπτού διάφανου υφάσματος και στην ταυτόχρονη ανάδειξη της πλαστικότητας της μαλακής γυναικείας σάρκας αποτελεί το μαρμάρινο ακέφαλο ακρωτήριο του ναού της Δέσποινας στη Λυκόσουρα, που εκτίθεται σήμερα στο Mουσείο της Mεγαλόπολης.
Αντιπροσωπευτικά της ικανότητάς του στην απόδοση του γυμνού γυναικείου κορμού είναι τα σωζόμενα μέλη θαλάσσιου θιάσου, οι τριτωνίδες από τα ερεισίχειρα και το ερεισίνωτο του μαρμάρινου θρόνου των θεαινών της Λυκόσουρας (εικ. 1).
O Παυσανίας μας πληροφορεί ότι ο Μεσσήνιος γλύπτης κλήθηκε από τους Hλείους στην Oλυμπία να επισκευάσει το λατρευτικό χρυσελεφάντινο άγαλμα του Δία, το περίφημο στη αρχαιότητα έργο του μεγάλου Φειδία, και ότι τιμήθηκε ιδιαίτερα για τη δουλειά του από τη βουλή της Ηλιδας.
Oι πρόσφατες έρευνες στη Mεσσήνη έφεραν στο φως κορμούς και θραύσματα από όλα τα έργα του που ήταν ανιδρυμένα στο Aσκληπιείο και εκτίθενται στο τοπικό Μουσείο.
ΜΙΑ ΕΞΕΧΟΥΣΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΑ
Ενα επιγραφικό μνημείο του 2ου αιώνα π.X. από τη Mεσσήνη, που βρέθηκε δίπλα στο Aσκληπιείο, φωτίζει από πολλές πλευρές την προσωπικότητα του Μεσσήνιου γλύπτη Δαμοφώντα και προσφέρει νέες πληροφορίες (πέρα από αυτές που δίνει ο Παυσανίας) για την καλλιτεχνική του δραστηριότητα, τόσο στην αρκαδική Λυκόσουρα όσο και σε επτά πόλεις της Πελοποννήσου, της Στερεάς και των νησιών.
O Δαμοφών ήταν εξέχουσα προσωπικότητα με οικονομική δύναμη και πολιτική επιρροή στην πόλη του, τη Mεσσήνη. H δε φήμη του ως μεγάλου γλύπτη και γνώστη της τεχνικής όλων των μορφών αγαλματοποιίας ξεπερνούσε τα όρια, όχι μόνο της Mεσσηνίας, αλλά και αυτής της Πελοποννήσου.
ΠΡΩΤΟΤΥΠΟ ΕΡΓΟ
H περίοδος ακμής του Δαμοφώντος μπορεί να οριοθετηθεί με σχετική ασφάλεια μεταξύ των ετών 200 και 160 π.X. Tα έργα του δεν πρέπει να θεωρούνται ως κλασικιστική αντίδραση που έπεται του ασιατικού μπαρόκ, αλλά ως πρωτότυπες νεο-κλασικές δημιουργίες, που εμφανίζονται συγχρόνως ή και νωρίτερα από τα μεγάλα επιτεύγματα του βωμού της Περγάμου που βρίσκεται στο Βερολίνο.
H περίοδος της ακμής του συμπίπτει με την περίοδο ακμής της γενέτειράς του Mεσσήνης, πριν εξαναγκαστεί αυτή με την επέμβαση της Pώμης να προσχωρήσει στην Aχαϊκή Συμπολιτεία χωρίς τη θέλησή της.
Aπό την πολύμορφη σύνθεση του Δαμοφώντα που εικόνιζε τον Απόλλωνα με τις Εννέα Μούσες σώζεται σε καλή σχετικά κατάσταση το κεφάλι του Aπόλλωνα (εικ. 2)
 
  • Με τη συμβολή του Μεσσήνιου γλύπτη στην αρχιτεκτονική σύλληψη και εκτέλεση του Ασκληπιείου, καθώς και με τη σχέση του με τον φημισμένο Πάριο γλύπτη Σκόπα, ο οποίος ήταν και αρχιτέκτων, έχουμε ασχοληθεί σε παλαιότερο δημοσίευμα.

_____________

Δευτέρα, 20 Αυγούστου 2018

Γιανούλης Χαλεπάς (1851 - 1938), «H Αναπαυόμενη»


       Γιανούλης Χαλεπάς (1851 - 1938), «H Αναπαυόμενη» 1931       

Γύψος
Το 1918, σαράντα ολόκληρα χρόνια μετά την εμφάνιση συμπτωμάτων αποκλίνουσας συμπεριφοράς που οδήγησαν στον δεκατετράχρονο εγκλεισμό του στο ψυχιατρείο, ξεκίνησε η δεύτερη περίοδος της καλλιτεχνικής δημιουργίας του Γιανούλη Χαλεπά. Την περίοδο αυτή ο Χαλεπάς εμφανίζει ένα ύφος τελείως διαφορετικό: ελεύθερο, αυθόρμητο και πηγαίο, ανεξάρτητο από τα ακαδημαϊκά διδάγματα, που έχει οδηγό την αρχαία ελληνική τέχνη. Επικεντρώνεται στην ουσία των συνθέσεων, γιατί δεν τον ενδιαφέρει η λεπτομερής επεξεργασία, η εκλέπτυνση ή η ωραιοποίηση.

~~~~~~~~~~~
Yanoulis Chalepas (1851 - 1938) 
Reclining Female Figure, 1931
Plaster
In 1918, 40 long years after the first manifestation of the symptoms of a deviating behaviour which led to the artist’s institutionalisation for 14 years, Yanoulis Chalepas’s second period as an artist began. During that time, Chalepas exhibited a totally different style: free and spontaneous, independent of academic training, guided by ancient Greek art. He now focused on the essence of each work, as he was not interested in detailed processing, refinement, or idealization.

Κυριακή, 5 Αυγούστου 2018

Μουσείο της Ερέτριας: Η αρπάγη της Αντιόπης, βασίλισσας των Αμαζόνων από το Θησέα... έργο του Αθηναίου γλύπτη Αντήνορα

Giorgos Houliaras
               Αθήνα

Λεπτομέρειες από το αριστουργηματικό σύμπλεγμα της αρπάγης της Αντιόπης, βασίλισσας των Αμαζόνων από το Θησέα... 500 π.χ έργο του Αθηναίου γλύπτη Αντήνορα. Σπάραγμα από το αέτωμα του ναού του Δαφνηφόρου Απόλλωνα στην Ερέτρια...
~~~~

Απο τη σημερινη επισκεψη στο μουσειο της Ερετριας. Η αρπαγη της Αντιοπης απο το Θησεα, αριστουργηματικο συμπλεγμα του Αθηναιου γλυπτη Αντηνορα, απο το αετωμα του ναου του Δαφνηφορου Απολλωνα 500 π.χ διπλα μαζυ με οτι εμεινε απο την Αθηνα, κεντρικη φιγουρα στο αετωμα. Ισως η πιο ευτυχισμενη περιοδος της Ελληνικης γλυπτικης λιγο πριν την κλασσικη περιοδο της..
Ενα μικρο μαρμαρινο αρστουργημα ουτε 20 ποντους, ερωτικο συμπλεγμα Αφροδιτης με ερωτα...και ενα σπαραγμα ποδιου παλι απο το αετωμα του ναου, που κατεστρεψαν οι Περσες το 490 π.χ λιγα χρονια μετα την κατασκευη του.








Κυριακή, 29 Ιουλίου 2018

Οι αρχαιότητες δεν αναγνωρίζουν ιδιοκτήτες παρά μόνο υπεύθυνους πολίτες

Αρχαία Μεσσήνη

Γράφει ο Πέτρος Θέμελης *


 Οι  Μεσσήνιοι έχουν αγκαλιάσει την Αρχαία Μεσσήνη ως έργο δικό τους, ως πολιτιστική κληρονομιά που τους ανήκει. Δεν ανήκει ωστόσο μόνο στους Μεσσήνιους, ανήκει σε όλους τους Ελληνες και στον κόσμο ολόκληρο.
Η συναισθηματική αυτή σχέση με την αρχαιότητα είναι δικαιολογημένη, είναι ωστόσο ανεπίτρεπτο να ταυτίζεται με την ιδιοκτησία και δεν επιτρέπεται σε κανέναν να εγείρει απαιτήσεις κυριότητας.
Στην εποχή της παγκοσμιοποίησης που ζούμε, το πολιτιστικό παρελθόν εμπλέκεται συχνά σε συζητήσεις, ακόμη και σε διαμάχες περί δικαιωμάτων κυριότητας, όπως σημειώνει ο Ian Hodder, ο διαπρεπής Αγγλος αρχαιολόγος και θεωρητικός της Νέας Αρχαιολογίας, ο οποίος αντιμετωπίζει αντιλήψεις περί ιδιοκτησίας και κυριότητας, παρόμοιες με αυτές που αντιμετωπίζουμε και στη χώρα μας. Επιχείρησε ο ίδιος να προσεγγίσει και να λύσει το πρόβλημα στη διάρκεια της εικοσαετούς διεύθυνσης του προγράμματος ανασκαφών και ανάδειξης του γνωστού νεολιθικού οικισμού στο Τσατάλ Χιουγιούκ της Μικράς Ασίας. Η περί ιδιοκτησίας αντίληψη αφορά σε μια ειδική σχέση των πέριξ κατοίκων με το πολιτιστικό παρελθόν, βασισμένη σε δήθεν δικαιώματα κυριότητας επί των υλικών κατάλοιπων του αρχαιολογικού χώρου.
Μια θετική πλευρά της συναισθηματικής αυτής σχέσης, που δεν ταυτίζεται βέβαια με αβάσιμα επιχειρήματα περί ιδιοκτησίας, αναπτύσσεται μεταξύ ορισμένων, ελάχιστων δυστυχώς Ελλήνων της διασποράς, οι οποίοι χρηματοδοτούν και υποστηρίζουν γενικώς προσπάθειες αποκάλυψης και προστασίας μνημείων της γενέτειράς τους.
Μιας ειδικής μορφής αξιώσεις κυριότητας επί του αρχαιολογικού χώρου της Αρχαίας Μεσσήνης εκφράστηκαν προ ετών από κατοίκους του δημοτικού διαμερίσματος του Μαυροματίου Ιθώμης (που τελείως αδικαιολόγητα μετονομάστηκε το 2004 σε Αρχαία Μεσσήνη), το οποίο βρίσκεται μέσα στα όρια του αρχαιολογικού χώρου. Αφορμή στάθηκε η χωροθέτηση ενός σύγχρονου νέου μουσείου έξω από τα τείχη της αρχαίας πόλης, νότια του Σταδίου και όχι σε θέση της προτίμησής τους, πλησιέστερα στο χωριό τους. Αναρτήθηκαν σημαίες από μαύρο πλαστικό σε καίρια σημεία του χωριού, καθώς και μεγάλα πανό με συνθήματα, μεταξύ των οποίων ξεχώριζε το “κάτω τα χέρια από τα αρχαία μας”. Παρόμοιο ακριβώς πρόβλημα είχε προκύψει με τη χωροθέτηση του Μουσείου της Αρχαίας Ελεύθερνας, ανάμεσα στα δύο όμορα δημοτικά διαμερίσματα, του Πρινέ και των Αναχουρδομέτοχων. Το Μουσείο της Ελεύθερνας ολοκληρώθηκε επιτυχώς, πιστεύω, σε θέση τελικά αποδεκτή.
Η κατασκευή ενός νέου μεγάλου μουσείου μέσα στα όρια του ευαίσθητου και μοναδικού, θα έλεγα, στο είδος του αρχαιολογικού πάρκου της Αρχαίας Μεσσήνης, αλλά και εκτός των ορίων αυτών είναι πλέον ανεπίκαιρη και ουδόλως επιθυμητή επέμβαση, καταστροφική γενικώς για το αλώβητο φυσικό περιβάλλον και το μνημειακό σύνολο. Προτείνονται σήμερα λύσεις συμβατές με τον φυσικό και μνημειακό πλούτο, χαμηλού κόστους επεμβάσεις και σχετικές με την έννοια του «ανοικτού μουσείου» και της μη πλήρους διατάραξης της λεγόμενης «αρχαιολογικής συνάφειας», που προκαλείται από την απομάκρυνση του συνόλου των κινητών ευρημάτων από το αρχιτεκτονικό και επιγραφικό τους αισθητικό και νοηματικό πλαίσιο. 
Κανενός ιδιοκτησία δεν αποτελούν το πολιτιστικό γενικώς παρελθόν και οι αρχαιολογικοί χώροι, όλοι μας περνούμε από αυτούς τους χώρους ως περαστικοί ταξιδιώτες, όλοι ταξιδεύουμε στο πολιτιστικό παρελθόν μας, προσπαθώντας να το μελετήσουμε και να το προστατεύσουμε. Ο ομιλών εργάζεται στην Αρχαία Μεσσήνη επί τριάντα δύο χρόνια, ωστόσο η χρονική αυτή περίοδος ενός τρίτου του αιώνα είναι απειροελάχιστη σε σύγκριση με την ηλικία των 2.500 ετών και πλέον του αρχαιολογικού χώρου.

Οι λειτουργοί, οι επιστημονικοί υπεύθυνοι και οι διευθυντές των ανασκαφών και των αναστυλώσεων έρχονται και παρέρχονται (Σοφούλης, Οικονόμος, Ορλάνδος, Θέμελης). Ακόμη και οι κάτοικοι των δημοτικών διαμερισμάτων, μολονότι διατηρούν εκατοντάδων ετών αναμνήσεις και παραδόσεις για το παρελθόν και “τα μνημεία τους”, αποτελούν και αυτοί μέρος μιας μακρόχρονης ιστορίας μετακινήσεων και μεταναστεύσεων.

Είναι γεγονός ότι οι μακρόχρονες συστηματικές εργασίες αποκάλυψης, αποκατάστασης και ανάδειξης αρχαιολογικών χώρων επηρεάζουν αναπόφευκτα τις κοινωνικές, τις οικονομικές και τις πολιτιστικές δομές των περιοχών επέμβασης, τους κατοίκους δηλαδή των περιοχών αυτών. Η άποψη ότι οι αρχαιολόγοι των κρατικών υπηρεσιών είναι οι μόνοι αρμόδιοι διαχειριστές του αρχαιολογικού πλούτου της χώρας, αδιαφορώντας για το κοινωνικό περιβάλλον, εκφράζει μιαν αντίληψη που παραπέμπει σε πρακτικές της αποικιοκρατίας και υποκρύπτει τάσεις ιδιοκτησίας εκ μέρους των αρχαιολόγων πάνω στο πολιτιστικό παρελθόν, όπως υπογραμμίζει ο Ian Hodder. Τείνω να συμμεριστώ εν μέρει και κατά περίπτωση τις απόψεις του. Οι τάσεις, οι απαιτήσεις κυριότητας σε συνδυασμό με την κακώς εννοούμενη άσκηση εξουσίας αποτελούν μείγμα επικίνδυνο για το κοινωνικό σύνολο.
Είναι καιρός όλοι (αρχαιολόγοι, πολίτες, προϊστάμενοι υπηρεσιών, κοινοτάρχες εκπρόσωποι της τοπικής αυτοδιοίκησης και άλλοι «παράγοντες»), να μετακινηθούμε από το ιδιοκτησιακό πεδίο σε εκείνο της συλλογικής ευθύνης, της συνυπευθυνότητας για την προστασία του δημόσιου πολιτιστικού αγαθού, που δεν είναι αποκλειστικά κρατικό.
Κάνω έκκληση και από τη θέση αυτή στους αρμόδιους αιρετούς μας άρχοντες, δημάρχους και περιφερειάρχες να στρέψουν για λίγο το ενδιαφέρον τους και προς τη λύση ορισμένων απλών αλλά καίριων προβλημάτων, όπως η ανανέωση της πεπαλαιωμένης και χαώδους οδικής σήμανσης προς τον αρχαιολογικό χώρο της Αρχαίας Μεσσήνης ή βελτίωση, έστω, του επικίνδυνου οδικού δικτύου, η διάνοιξη περιφερειακής οδού πυροπροστασίας πέριξ του αρχαιολογικού πάρκου της Αρχαίας Μεσσήνης, η μερική έστω αναδάσωση της ταλαιπωρημένης από τις πυρκαγιές και τις πλημμύρες ιστορικής Ιθώμης, η παράκαμψη ή η υπογειοποίηση της οδού που διέρχεται μέσα από τη μοναδική παγκοσμίως Αρκαδική Πύλη, προκειμένου να αποφευχθεί τυχόν κατάρρευσή της από τη διέλευση βαρέων οχημάτων και να ολοκληρωθεί επιτέλους η μελετημένη και εγκεκριμένη αναστήλωσή της.
Αν τελικά θέλουμε, το αρχαιολογικό πάρκο της Αρχαίας Μεσσήνης να ανήκει σε κάποιον, αυτός είναι το σύνολο των απανταχού Μεσσήνιων, αγαπητοί φίλοι της «Μεσσηνιακής Αμφικτιονίας». Η Αρχαία Μεσσήνη έχει ήδη προ τριετίας προταθεί από το υπουργείο Πολιτισμού ως υποψήφιο Μνημείο Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς και έχει αρχίσει να συντάσσεται ο σχετικός φάκελος, οι διαδικασίες εντούτοις συμπλήρωσης και προώθησής του για την τελική αναγνώριση από την UNESCO έχουν εμπλακεί δυστυχώς στα γρανάζια της γνωστής ντόπιας «μικροπολιτικής».
Πέτρος Θέμελης

_____________

Τετάρτη, 20 Ιουνίου 2018

Το Αρχαιολογικό Μουσείο της Ολυμπίας

ΓΝΩΡΙΜΙΑ  ΜΕ ΤΑ ΜΟΥΣΕΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ

Το Αρχαιολογικό Μουσείο της Ολυμπίας, από τα σημαντικότερα της Ελλάδας, παρουσιάζει τη μακραίωνη ιστορική εξέλιξη ενός από τα πιο σημαντικά ιερά της αρχαιότητας, που ήταν αφιερωμένο στον Δία, και αποτέλεσε την κοιτίδα των Ολυμπιακών Αγώνων. Περιλαμβάνει τη μόνιμη έκθεση ευρημάτων από τις ανασκαφές στο χώρο της Άλτεως, που χρονολογούνται από τα προϊστορικά έως και τα πρώτα χριστιανικά χρόνια. Από το σύνολο των εκθεμάτων, που είναι ανεκτίμητης αξίας, πιο σημαντική είναι η έκθεση των γλυπτών, για την οποία είναι κυρίως γνωστό το μουσείο, καθώς και η συλλογή χάλκινων αντικειμένων, που είναι η πλουσιότερη στον κόσμο και απαρτίζεται από όπλα, ειδώλια και άλλα αντικείμενα, ενώ ιδιαίτερα σημαντικά είναι και τα ευρήματα της μεγάλης πηλοπλαστικής.
Το κτιριακό συγκρότημα του Μουσείου αποτελείται από εκθεσιακούς, βοηθητικούς και αποθηκευτικούς χώρους. Ο εκθεσιακός χώρος περιλαμβάνει τον προθάλαμο και δώδεκα αίθουσες, που όλες φιλοξενούν τη μόνιμη έκθεση ευρημάτων, που προέρχονται από την Άλτι. Οι βοηθητικοί-λειτουργικοί χώροι για την εξυπηρέτηση των επισκεπτών (αναψυκτήριο, χώροι υγιεινής κ.ά.) βρίσκονται στην ανατολική πτέρυγα του Μουσείου, ενώ το πωλητήριο λειτουργεί σε ξεχωριστό οικοδόμημα, ανάμεσα στο μουσείο και στον αρχαιολογικό χώρο. Το Μουσείο διαθέτει αποθηκευτικούς χώρους, που καταλαμβάνουν τμήμα της ανατολικής πτέρυγας και του υπογείου, καθώς και εργαστήρια συντήρησης πήλινων, χάλκινων, λίθινων αντικειμένων, ψηφιδωτών και μικροευρημάτων. Το Αρχαιολογικό Μουσείο Ολυμπίας, που εποπτεύεται από τη Ζ’ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων, αποτελεί ένα ζωντανό οργανισμό, ο οποίος, ιδίως μετά την αναμόρφωσή του το 2004, με την ευκαιρία των Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας, φιλοδοξεί να παρουσιάσει στον επισκέπτη τη μακραίωνη ιστορία του ιερού, σύμφωνα με τις νέες μουσειολογικές αντιλήψεις.
Ιστορικό
Wilhelm Dorpfeld
Το Αρχαιολογικό Μουσείο της Ολυμπίας, γνωστό και ως Νέο Μουσείο, για να διαχωρίζεται από το παλαιότερο, οικοδομήθηκε την περίοδο 1966-1975 σε σχέδια του αρχιτέκτονα Πάτροκλου Καραντινού. Μέχρι τότε λειτουργούσε το Παλαιό Μουσείο, που λεγόταν «Σύγγρειον», αναγέρθηκε με δωρεά του εθνικού ευεργέτη Ανδρέα Συγγρού. Το μουσείο αυτό είχε κτιστεί το 1885, σε νεοκλασικό ρυθμό, στο λόφο δυτικά της Άλτεως, αλλά είχε παρουσιάσει αρκετές φθορές λόγω των μεγάλων σεισμών, που κατά καιρούς έπληξαν την περιοχή. 
Εκτός από αυτό, ο μεγάλος αριθμός νέων ευρημάτων από τις συνεχιζόμενες ανασκαφές του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου, επέβαλε την ίδρυση ενός μεγαλύτερου μουσείου στην Ολυμπία. Η πρωτοποριακή για την εποχή της έκθεση στο Νέο Μουσείο έγινε από τον τότε Έφορο Αρχαιοτήτων Νικόλαο Γιαλούρη, την Ισμήνη Τριάντη, τον αείμνηστο Στ. Τριάντη, γλύπτη και συντηρητή, και τους συνεργάτες τους. Τα αντικείμενα μεταφέρονταν σταδιακά από το Παλαιό Μουσείο και τα εγκαίνια της έκθεσης έγιναν το 1982, από την τότε Υπουργό Πολιτισμού Μελίνα Μερκούρη. Μόνο η έκθεση του αγάλματος της Νίκης του Παιωνίου πραγματοποιήθηκε αργότερα, το 1994.

Τριάντα χρόνια αργότερα, και λόγω των Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας του 2004, κρίθηκε απαραίτητο να εκτεθούν με νέο τρόπο τα ευρήματα της Ολυμπίας, κυρίως τα χάλκινα αντικείμενα και η συλλογή των ρωμαϊκών γλυπτών. Το Σεπτέμβριο του 2003 τα αρχαία της έκθεσης απομακρύνθηκαν για να υλοποιηθούν οι εργασίες επανέκθεσης, στο πλαίσιο των οποίων πραγματοποιήθηκε μεγάλο πρόγραμμα επισκευών κι επεκτάσεων στο κτίριο, στους εκθεσιακούς, βοηθητικούς και αποθηκευτικούς χώρους. Το μουσείο παρέμεινε κλειστό για ενάμισι χρόνο και στις 24 Μαρτίου 2004 έγιναν τα εγκαίνια της νέας έκθεσης, που σε γενικές γραμμές ακολούθησε τη φιλοσοφία και τις αρχές της προηγούμενης. Αναμορφώθηκαν η προϊστορική συλλογή, η συλλογή χάλκινων και η συλλογή της μεγάλης πηλοπλαστικής, ενώ δημιουργήθηκε μια νέα αίθουσα για το εργαστήριο του Φειδία.

Διευρύνθηκε η αίθουσα του Ερμή, προκειμένου να «αναπνεύσει» το άγαλμα, που εκτίθεται με νέα πρωτοποριακή αντισεισμική προστασία, εκτέθηκαν με νέο τρόπο τα ελληνιστικά ευρήματα, καθώς και η συλλογή ρωμαϊκών αγαλμάτων, ενώ στην τελευταία αίθουσα του μουσείου, όπου στην παλαιότερη έκθεση βρισκόταν η συλλογή για τους Ολυμπιακούς Αγώνες, δημιουργήθηκε εξ ολοκλήρου νέα έκθεση με ευρήματα που αφορούν στο τέλος της ζωής αυτού του αρχαιολογικού χώρου. Η παλιά χαλκοθήκη (αποθήκη), στην ανατολική πτέρυγα, διαμορφώθηκε σε αναψυκτήριο, και στα παλιά γραφεία της Ζ’ Εφορείας Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων, που ήταν επίσης στην ανατολική πτέρυγα, έγιναν επισκευές και διαμορφώσεις για να μεταφερθεί εκεί η χαλκοθήκη. Σε όλες τις αίθουσες τοποθετήθηκαν νέες μοντέρνες προθήκες με νέο τεχνητό φωτισμό και το μουσείο εφοδιάσθηκε με σύστημα κλιματισμού-εξαερισμού. Διαμορφώσεις πραγματοποιήθηκαν και στον περιβάλλοντα του μουσείου χώρο και το πωλητήριο μεταφέρθηκε σε ειδικά διαμορφωμένο κτίριο μεταξύ του μουσείου και του αρχαιολογικού χώρου.

Μόνιμη έκθεση
Μέσα από την πληθώρα των ευρημάτων, που παρουσιάζονται στη μόνιμη έκθεση του Αρχαιολογικού Μουσείου Ολυμπίας, ο επισκέπτης παρακολουθεί τη χρονολογική εξέλιξη και την ιστορία της Ολυμπίας, από την Πρώιμη Εποχή του Χαλκού έως και τον 6ο-7ο αιώνα μ.Χ. Εξέχουσα θέση κατέχει ο γλυπτός διάκοσμος του ναού του Δία, τα αετώματα και οι μετόπες, που αποτελούν τα σημαντικότερα δείγματα αυστηρού ρυθμού στην ελληνική τέχνη. Από τα πλέον σημαντικά εκθέματα είναι η Νίκη του Παιωνίου, καθώς και ο Ερμής του Πραξιτέλη. Στο μουσείο φιλοξενείται η πλουσιότερη συλλογή χάλκινων αντικειμένων στον κόσμο.


Η έκθεση, που πρόσφατα αναμορφώθηκε, είναι χρονολογικά δομημένη και καταλαμβάνει τις δώδεκα αίθουσες του εκθεσιακού χώρου. Σκοπός της είναι η καλύτερη προβολή των εκθεμάτων, η πληρέστερη πληροφόρηση με απλό και ταυτόχρονα επιστημονικό τρόπο, αλλά και η καλύτερη παροχή υπηρεσιών στον επισκέπτη, σύμφωνα με τις αρχές της σύγχρονης μουσειολογίας. Παρέχει πλήρη εικόνα της ιστορικής εξέλιξης του ιερού αλλά και της λαμπρής πορείας της αρχαίας ελληνικής τέχνης και προσφέρει πλήρη ενημέρωση για τα εκθέματα με τη βοήθεια του πλούσιου εποπτικού υλικού, όπως κείμενα, σχέδια, χάρτες, φωτογραφίες, αναπαραστάσεις και προπλάσματα μνημείων.

Ενότητες της έκθεσης
Οι προϊστορικοί χρόνοι στην Ολυμπία (αίθουσα 1)

Η εισαγωγή στην ιστορία της Ολυμπίας γίνεται στην πρώτη αίθουσα, όπου εκτίθενται ευρήματα της προϊστορικής εποχής. Πρόκειται για κεραμικά και λίθινα εργαλεία, κυρίως της Πρωτοελλαδικής ΙΙ και ΙΙΙ περιόδου (2700-2000 π.Χ.) και για τη διεξοδική παρουσίαση του τύμβου του Πελοπίου, του οποίου το πρόπλασμα εκτίθεται στο κέντρο της αίθουσας. Η συνέχιση κατοίκησης του χώρου προβάλλεται μέσα από τα ευρήματα της μυκηναϊκής εποχής (1600-1100 π.Χ.), πήλινα, λίθινα, χάλκινα αντικείμενα και κοσμήματα, προερχόμενα από θαλαμωτούς τάφους που αποκαλύφθηκαν στην περιοχή του μουσείου.



Γεωμετρική-αρχαϊκή εποχή (αίθουσα 2)
Η ενότητα περιλαμβάνει την πλούσια συλλογή από χάλκινα αντικείμενα των γεωμετρικών και αρχαϊκών χρόνων, που ήταν αναθήματα στο ναό του Δία και αποτελούν μέρος μόνο της πολυπληθούς συλλογής του Μουσείου, που είναι η πλουσιότερη στον κόσμο. Ειδώλια ανθρώπων και ζώων, χάλκινα σφυρήλατα ελάσματα, λέβητες και τρίποδες, άλλα σκεύη και εξαρτήματα, γρύπες και σειρήνες, μοναδικά έργα κοροπλαστικής, είναι τα αντικείμενα εκείνα που δηλώνουν τη μεγαλειώδη πορεία της Ολυμπίας την περίοδο αυτή.


Ξεχωριστή θέση κατέχει ο αμυντικός και επιθετικός οπλισμός, κράνη, κνημίδες, επισήματα ασπίδων και περίτεχνοι θώρακες, που είχαν αφιερωθεί στο Δία. Εκτίθεται, ακόμη, το πήλινο ακρωτήριο του Ηραίου, ενώ το λίθινο αρχαϊκό κεφάλι της Ήρας εισάγει τον επισκέπτη στη μεγάλη πλαστική.

Ύστερη αρχαϊκή εποχή και αρχιτεκτονική πλαστική (αίθουσα 3)
Εκτίθενται κεραμική, χάλκινα κοσμήματα και σκεύη, καθώς και ορισμένα από τα πιο αξιόλογα αρχιτεκτονικά μέλη διαφόρων μνημείων, που φέρουν γραπτή διακόσμηση. Μεταξύ αυτών ξεχωρίζουν το αέτωμα του θησαυρού των Μεγαρέων, το γείσο του θησαυρού των Γελώων και ένας λέοντας-υδρορροή.


Αυστηρός ρυθμός (αίθουσα 4)
Εντυπωσιακά είναι τα έργα της μεγάλης πηλοπλαστικής, που παρουσιάζονται σε αυτή την ενότητα, με σημαντικότερο το σύμπλεγμα Δία-Γανυμήδη. Εκτίθενται, ακόμη, ένας πολιορκητικός κριός, το κράνος του Μιλτιάδη και δύο κράνη του Ιέρωνα.


Γλυπτός διάκοσμος του ναού του Δία (αίθουσα 5)
Στη μεγάλη κεντρική αίθουσα εκτίθενται οι μοναδικές μαρμάρινες αετωματικές συνθέσεις και οι μετόπες από το ναό του Δία, τα πλέον αντιπροσωπευτικά δείγματα αυστηρού ρυθμού, που αποτελούν τη πιο σημαντική εκθεσιακή ενότητα του μουσείου.
Ανατολικό αέτωμα
Δυτικό αέτωμα
Νίκη του Παιωνίου (αίθουσα 6)
Στη μικρή αίθουσα δεσπόζει το άγαλμα της Νίκης, δημιούργημα του γλύπτη Παιωνίου, από τα πιο λαμπρά έργα της κλασικής περιόδου.

Ο Φειδίας και το εργαστήριό του (αίθουσα 7)
Μία αίθουσα είναι αφιερωμένη στο γλύπτη Φειδία και στην κατασκευή του περίφημου έργου του, του χρυσελεφάντινου αγάλματος του Δία, ένα από τα 7 θαύματα του αρχαίου κόσμου. Εκτίθενται μήτρες, εργαλεία, κεραμική, το περίφημο κύπελλο του Φειδία, ζωγραφική αναπαράσταση του αγάλματος, το πρόπλασμα του εργαστηρίου και άλλα αντικείμενα που βρέθηκαν στο χώρο του εργαστηρίου.


Ερμής του Πραξιτέλη (αίθουσα 8)
Το εντυπωσιακό άγαλμα του Ερμή, έργο του γλύπτη Πραξιτέλη, είναι ο κυριότερος εκπρόσωπος της τέχνης στο τέλος του 4ου αιώνα π.Χ. Εκτίθεται στο κέντρο της αίθουσας και προστατεύεται με πρωτοποριακό αντισεισμικό σύστημα που έχει τοποθετηθεί στη βάση του.


Ύστερη κλασική και ελληνιστική εποχή (αίθουσα 9)
Παρουσιάζονται ευρήματα των υστεροκλασικών και ελληνιστικών χρόνων από την Ολυμπία, όπως κεραμικά, γλυπτά και αρχιτεκτονικά μέλη.

Ρωμαϊκά γλυπτά (αίθουσες 10-11)
Εκτίθεται η ιδιαίτερα πλούσια συλλογή των γλυπτών της ρωμαϊκής εποχής. Εξέχουσα θέση κατέχουν τα αγάλματα από το Νυμφαίο του Ηρώδη του Αττικού, που έχουν τοποθετηθεί στον καμπύλο τοίχο της αίθουσας 10, έτσι ώστε να προσεγγίζουν την αρχική τους θέση στο μνημείο.
Τα τελευταία χρόνια της ζωής του ιερού (αίθουσα 12)
Η παρουσίαση της ιστορίας του ιερού ολοκληρώνεται με τα εκθέματα της τελευταίας αίθουσας, που αντιπροσωπεύουν τους τελευταίους αιώνες κατοίκησης στην περιοχή από το 2ο αιώνα μ.Χ. έως τον 6ο-7ο αιώνα μ.Χ., οπότε και εγκαταλείφθηκε ο χώρος. Πρόκειται για πήλινα, χάλκινα, σιδερένια και γυάλινα ευρήματα κάθε είδους.