.........................................ΕΛΛΑΔΑ - ΜΝΗΜΕΙΑ - Αρχαιολογικοί χώροι και Μνημεία στην Ελλάδα. Ελληνικός Πολιτισμός


«Όποιος ελεύθερα συλλογάται συλλογάται καλά», Ρήγας Φεραίος Βελενστινλής

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Τετάρτη 24 Ιουνίου 2015

Μουσείο στη Δήλο από το Ιδρυμα Λεβέντη



Eίχαν χρηματοδοτήσει τη μελέτη ανέγερσης νέου, σύγχρονου μουσείου στο νησί. 
Τώρα αναλαμβάνουν και την ανέγερσή του | EUROKINISSI

*
Η θερινή περίοδος ξεκίνησε και σύγχρονοι «προσκυνητές» από όλα τα μέρη του κόσμου συρρέουν κατά εκατοντάδες καθημερινά στην ιερή Δήλο. «Η επισκεψιμότητα αναμένεται μεγαλύτερη από την περσινή, που ήταν κορυφαία, με περισσότερους από 120.000 επισκέπτες κατά τους θερινούς μήνες», μας λέει ο προϊστάμενος της Εφορείας Αρχαιοτήτων Κυκλάδων Δημήτρης Αθανασούλης. Η συζήτηση γίνεται με αφορμή τη γνωστοποίηση της πρόθεσης του Ιδρύματος Λεβέντη να χρηματοδοτήσει την ανέγερση του νέου Μουσείου Δήλου.
Η προεργασία έχει ξεκινήσει εδώ και καιρό. Ο Γιώργος και η Ασπασία Λεβέντη είχαν εκφράσει επίσημα προς το υπουργείο Πολιτισμού από το περασμένο καλοκαίρι την πρόθεσή τους, το International Foundation for Greece, που ίδρυσαν στο Λονδίνο, να χρηματοδοτήσει μια μελέτη για το ελληνικό κράτος. Επιλέχθηκε τελικά αυτή της ανέγερσης του νέου Μουσείου Δήλου. Κατατέθηκε και εγκρίθηκε μάλιστα στη συνεδρίαση του τελευταίου Κεντρικού Αρχαιολογικού Συμβουλίου πριν από τις εκλογές της 25ης Ιανουαρίου, δηλαδή με την παλιά του σύνθεση.
Εκεί τέθηκαν και οι βασικές αρχές, σύμφωνα με τις οποίες θα είναι κτίριο βιοκλιματικής αρχιτεκτονικής, με χωροθέτηση απόλυτα εναρμονισμένη με το τοπίο. Το μεγαλύτερο μέρος του υπόγειο ή υπόσκαφο. Οσο το δυνατόν πιο απομακρυσμένο από τη θάλασσα, για καλύτερη προστασία των αρχαίων έργων, αλλά και του κτιρίου, το οποίο θα οικοδομηθεί με υλικά που δεν απαιτούν συχνή συντήρηση. Θα εκτείνεται σε 5.000 τ.μ. και θα καλύπτει όλες τις ανάγκες ενός σύγχρονου μουσείου. Και να που θα γίνει πραγματικότητα, όπως όλα δείχνουν.
Πριν από δέκα ημέρες και με νεότερη επιστολή τους στον αν. υπουργό Νίκο Ξυδάκη, ο Γιώργος και η Ασπασία Λεβέντη εκδήλωσαν την πρόθεσή τους να προχωρήσουν στη χρηματοδότηση της κατασκευής του κτιρίου του νέου Μουσείου Δήλου.
Ονειρο και επιθυμία πολλών δεκαετιών, αντάξιο του μοναδικού αρχαιολογικού χώρου, το νέο μουσείο «θα αναδείξει με σύγχρονες μουσειολογικές προτάσεις τις μόνιμες συλλογές που βρίσκονται στο παλιό μουσείο, τα νέα ευρήματα και άλλες αρχαιότητες από τις αποθήκες», μας λέει ο Δημήτρης Αθανασούλης, προϊστάμενος της Εφορείας Αρχαιοτήτων Κυκλάδων, που προετοιμάζει την υποδομή και το μουσειολογικό πρόγραμμα. «Ολοι θέλουμε να προχωρήσει γρήγορα, αλλά εξαρτάται από πολλούς παράγοντες».
Εργο πολλών εκατομμυρίων, θα ήταν αδύνατο να πραγματοποιηθεί από το ελληνικό κράτος, ειδικά αυτήν τη στιγμή, που αδυνατεί ακόμα και να συντηρήσει το παλιό μουσείο των 2.500 τ.μ. Στεγάζεται στο κτίριο του 1904, που έχει υποστεί μεγάλες φθορές λόγω παλαιότητας, υγρασίας και καιρικών συνθηκών. Ωστόσο θα αξιοποιηθεί στο μέλλον, εφ' όσον δεχτεί την απαραίτητη συντήρηση.
Τα τελευταία χρόνια, ειδικά, η Δήλος έχει υποστεί ασύλληπτη εγκατάλειψη από τους επίσημους φορείς, στα όρια της ιεροσυλίας. Ακόμα και σήμερα το Ταμείο Αρχαιολογικών Πόρων δεν έχει καταφέρει να διορίσει υπαλλήλους στο πωλητήριο, με αποτέλεσμα να παραμένει κλειστό. Ανοίγει σε έκτακτες περιπτώσεις, με την καλή θέληση υπαλλήλων από την Εφορεία, που πηγαίνουν στη Δήλο από τη Μύκονο. Ευτυχώς, το αναψυκτήριο λειτουργεί, αλλά όχι και η αποκομιδή των σκουπιδιών. Κανένα δρομολόγιο δεν έχει εκτελεστεί μέχρι σήμερα από τον Δήμο Μυκόνου, με αποτέλεσμα τα σκουπίδια να παραμένουν σε ένα συγκεκριμένο σημείο, στον αρχαιολογικό χώρο.
Θυμόμαστε ακόμα ότι τον περασμένο Μάρτιο το υπουργείο Πολιτισμού προχώρησε σε αναγκαστικό κλείσιμο του αρχαιολογικού χώρου για λόγους ασφαλείας, καθώς οι φύλακες δεν επαρκούσαν.
Με την πρόσληψη 19 έκτακτων υπαλλήλων, από την 1η Απριλίου ξεκίνησε το συνεχές ωράριο στον αρχαιολογικό χώρο και στο μουσείο, που ωστόσο δύο απογεύματα της εβδομάδας λειτουργεί έως τις 4.00 το απόγευμα. Αναμένονται άλλοι οκτώ έκτακτοι υπάλληλοι προκειμένου να επιλυθούν τα προβλήματα και να γίνει εύρυθμη η λειτουργία του μοναδικού αρχαιολογικού χώρου, προστατευόμενο Μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO από το 1990. Οι χορηγοί του νέου Μουσείου Δήλου, πάντως, έχουν εκφράσει την πρόθεσή τους να υποστηρίξουν στο μέλλον ακόμα και τη λειτουργία του. Εν αναμονή των εξελίξεων, λοιπόν.

Σάββατο 11 Απριλίου 2015

Φιλολογικός Λούσιος: Ο ναός του Επικουρίου Απόλλωνος στις Βάσσες της Φι...

Φιλολογικός Λούσιος: Ο ναός του Επικουρίου Απόλλωνος στις Βάσσες της Φι...:

Ο ναός του Επικουρίου Απόλλωνα στις Βάσσες της Φιγαλίας

(παλιά φωτογραφία, πριν από τις αναστυλωτικές εργασίες).

 Έ νας αξιοσημείωτος...


Επιτύμβια, αναθηματικά και ψηφισματικά ανάγλυφα


 Επιτύμβια στήλη της Ηγησούς από τον Κεραμεικό. Αθήνα, Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο. 



Η ολοκλήρωση ή η διακοπή των μεγάλων οικοδομικών έργων στην Ακρόπολη της Αθήνας δημιούργησε νέα δεδομένα στον χώρο της τέχνης γενικότερα, καθώς πολυάριθμοι αρχιτέκτονες, γλύπτες, ζωγράφοι (πρέπει να θυμόμαστε ότι όλα τα αρχαία γλυπτά ήταν χρωματισμένα) και άλλοι ειδικευμένοι τεχνίτες, όχι μόνο Αθηναίοι αλλά και ξένοι, που, σύμφωνα με όσα είπαμε στο προηγούμενο κεφάλαιο, είχαν συρρεύσει στην Αθήνα για να δουλέψουν στην Ακρόπολη και κυρίως στον Παρθενώνα, δεν είχαν πλέον σταθερή απασχόληση και ήταν αναγκασμένοι να αναζητήσουν αλλού εργασία. Αν και, όπως είδαμε πιο πάνω, η κατασκευή ναών και αγαλμάτων σε άλλα δημόσια κτήρια και ιερά της Αθήνας και της Αττικής συνέχισε να προσφέρει εργασία σε αρκετούς από αυτούς, οι υπόλοιποι δεν είχαν άλλη επιλογή από το να ξενιτευτούν και να δοκιμάσουν την τύχη τους μακριά από την Αττική, ή να στραφούν σε ιδιωτικές παραγγελίες. Προς την τελευταία αυτή κατεύθυνση φαίνεται ότι βοήθησε και το αθηναϊκό κράτος, επιτρέποντας ξανά την κατασκευή μαρμάρινων επιτύμβιων αναγλύφων, που είχαν απαγορευτεί στις αρχές του 5ου αιώνα π.Χ., σε μια προσπάθεια να περιοριστεί η επίδειξη του πλούτου και της επιρροής των αριστοκρατικών οικογενειών. Τα νέα επιτύμβια ανάγλυφα, που εμφανίζονται μετά το 430 π.Χ., δεν προβάλλουν την υψηλή κοινωνική θέση των νεκρών, αλλά τους τοποθετούν μέσα στο οικογενειακό ή το φιλικό τους περιβάλλον. Ως προς τη μορφή τα ανάγλυφα αυτά είναι στήλες με τονισμένο τον άξονα του ύψους, που επιστέφονται με κυμάτιο και ταινία, ανθέμιο ή αέτωμα. 
Με το πέρασμα του χρόνου όμως εμφανίζονται και πληθαίνουν τα παραδείγματα με αρχιτεκτονική πλαισίωση, η οποία αποτελείται από παραστάδες και αέτωμα. Ένα από τα πρωιμότερα αττικά επιτύμβια ανάγλυφα της νέας αυτής κατηγορίας είναι η στήλη του νεαρού Ευφήρου στο Μουσείο του Κεραμεικού (εικ. 236), που εικονίζεται ως έφηβος στον δρόμο για το γυμνάσιο με τη στλεγγίδα στο χέρι. Εξαιρετικής ποιότητας έργο των χρόνων γύρω στο 420 π.Χ. είναι μια επιτύμβια στήλη νέου από τη Σαλαμίνα στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο (εικ. 237), όπου εμφανίζονται δύο ζώα με τα οποία ο νεκρός έπαιζε πιθανότατα όσο ζούσε: τον βλέπουμε να απλώνει το χέρι προς ένα κλουβί, στο οποίο υπήρχε ένα πουλί, ενώ επάνω σε έναν μικρό πεσσό κάθεται μια γάτα. Στο οικιακό περιβάλλον μας μεταφέρει η στήλη της Ηγησούς από το νεκροταφείο του Κεραμεικού (εικ. 238), που χρονολογείται πιθανότατα γύρω στο 410 π.Χ.: εδώ η νεκρή εικονίζεται καθιστή να κοιτάζει ένα δαχτυλίδι, που το έχει πάρει από μια πυξίδα, την οποία κρατάει ανοιχτή μπροστά της μια νεαρή υπηρέτρια.
Μια άλλη κατηγορία γλυπτών που βλέπουμε να εμφανίζονται ολοένα και συχνότερα στην Αττική από το 430 π.Χ. και έπειτα είναι τα αναθηματικά ανάγλυφα. Τα έργα αυτά είναι ορθογώνιοι μαρμάρινοι πίνακες με ανάγλυφες παραστάσεις, που έχουν τονισμένο τον οριζόντιο άξονα και επίστεψη ή πλαισίωση όμοια με των επιτύμβιων αναγλύφων· τοποθετούνταν μέσα στα ιερά, κατά κανόνα επάνω σε ψηλές πεσσόμορφες βάσεις, για να φαίνονται από μακριά. Τα πρότυπα των αναθηματικών αναγλύφων ήταν πιθανότατα ξύλινοι πίνακες με ζωγραφιστές παραστάσεις, από τους οποίους έχουν σωθεί ελάχιστα δείγματα. Και στις δύο περιπτώσεις το θεματολόγιο των παραστάσεων είναι το ίδιο: εικονίζονται οι θεότητες που λατρεύονται στο ιερό, είτε μόνες τους είτε μαζί με τους αναθέτες. Δεν είναι τυχαίο ότι αναθηματικά ανάγλυφα συναντούμε πολύ συχνά σε ιερά ηρώων και θεών της φύσης, προς τους οποίους οι άνθρωποι αισθάνονταν μεγαλύτερη οικειότητα, γιατί πίστευαν ότι ήταν πιο πρόθυμοι να τους συμπαρασταθούν από ό,τι οι θεοί του Ολύμπου, ή θεών ιατρών όπως ο Ασκληπιός. Συχνά οι αναθέτες τέτοιων αναγλύφων είχαν ιδιαίτερη σχέση με το ιερό στο οποίο τα αφιέρωναν.
Χαρακτηριστικά είναι δύο ανάγλυφα που βρέθηκαν στην περιοχή του Νέου Φαλήρου, στον δρόμο που οδηγεί από την Αθήνα στον Πειραιά, κοντά στις εκβολές του Κηφισού. Εκεί υπήρχε ένα ιερό αφιερωμένο σε διάφορες θεότητες, ανάμεσα στις οποίες αξίζει να αναφέρουμε τον ποτάμιο θεό Κηφισό, τον Ερμή, τις Νύμφες (που ήταν θεότητες της φύσης και των τρεχούμενων νερών), τον Απόλλωνα και την Άρτεμη. Μαζί λατρευόταν και ένα ζευγάρι τοπικών ηρώων από το γένος των Εχελιδών, ο Έχελος και η Ιασίλη. Το ένα ανάγλυφο, που χρονολογείται γύρω στο 410 π.Χ., το έστησε, σύμφωνα με την επιγραφή που το συνοδεύει, μια γυναίκα με το όνομα Ξενοκράτεια ως δώρο στον Κηφισό, ζητώντας του να φροντίσει την ανατροφή του μικρού γιου της Ξενιάδη (εικ. 239). Στην αριστερή πλευρά του αναγλύφου διακρίνονται ο Απόλλων, καθισμένος στον Δελφικό τρίποδα και με τον ομφαλό κάτω από τα πόδια του, και δίπλα του η αδελφή του Άρτεμη. Μπροστά τους, στο πρώτο επίπεδο, βλέπουμε την Ξενοκράτεια, μικρότερη από τις θεϊκές μορφές, με το δεξί χέρι υψωμένο σε στάση προσευχής, και απέναντι της τον Κηφισό, που εικονίζεται ως νεαρός άνδρας. Ανάμεσά τους βλέπουμε τον μικρό Ξενιάδη, που στρέφεται ανυπόμονα προς τον Κηφισό, τραβώντας του το ιμάτιο. Οι υπόλοιπες μορφές του αναγλύφου είναι θεϊκές, αλλά δεν μπορούν να αναγνωριστούν με βεβαιότητα, εκτός από τον ποτάμιο θεό Αχελώο, που εικονίζεται στο δεξί άκρο της παράστασης με σώμα ταύρου και κεφάλι ανθρώπου με κέρατα. Ο Αχελώος, ο μεγαλύτερος ποταμός της Ελλάδας, θεωρούνταν ο πρώτος από τους ποτάμιους θεούς.
Το άλλο ανάγλυφο από το ιερό κοντά στις εκβολές του Κηφισού χρονολογείται και αυτό γύρω στο 410 π.Χ., επιστέφεται με αέτωμα και έχει παραστάσεις και στις δύο όψεις, ώστε μπορούμε να το ονομάσουμε αμφίγλυφο. Στη μία όψη εικονίζονται έξι όρθιες μορφές, όλες τους θεότητες που λατρεύονταν στο ιερό. Στα αριστερά βλέπουμε την Άρτεμη, ντυμένη με κοντό χιτώνα που φτάνει ως τα γόνατα, και απέναντι της δύο γενειοφόρους, με ιμάτιο που καλύπτει το κάτω μέρος του σώματός τους. Για την ταυτότητα του πρώτου, που είναι πιθανότατα ένας τοπικός ήρωας, δεν έχουμε στοιχεία· ο δεύτερος όμως είναι ένας ποτάμιος θεός, όπως δείχνουν τα κέρατα ταύρου στο κεφάλι του, και μπορούμε να τον ταυτίσουμε με τον Κηφισό. Στο δεξιό τμήμα του αναγλύφου εικονίζονται τρεις Νύμφες, θεότητες των τρεχούμενων νερών. Αξιοπρόσεκτο είναι ότι η μορφή του Κηφισού βρίσκεται στο κέντρο της παράστασης και εικονίζεται κατενώπιον, και λειτουργεί ως σύνδεσμος ανάμεσα στις δύο άλλες ομάδες προσώπων, καθώς τείνει το δεξί του χέρι πίσω από το σώμα του ήρωα που διαλέγεται με την Άρτεμη, ενώ στρέφει το κεφάλι προς τη Νύμφη που στέκεται στα αριστερά του. Στην άλλη πλευρά εικονίζεται μια σκηνή απαγωγής (εικ. 240): ένας νεαρός άνδρας έχει ανεβάσει επάνω στο τέθριππο άρμα που οδηγεί μια νέα γυναίκα, την οποία κρατάει σφιχτά με το αριστερό του χέρι, ενώ μπροστά στα άλογα βλέπουμε τον γυμνό Ερμή, που στρέφεται προς το ζευγάρι και οδηγεί το άρμα σε έναν ανηφορικό δρόμο. Ο νεαρός απαγωγέας είναι ο τοπικός ήρωας Έχελος, που παίρνει μαζί του την Ιασίλη, αποφασισμένος να την κάνει γυναίκα του. Στο ανάγλυφο αυτό οι θεότητες εμφανίζονται μέσα στο ιερό όπως θα τις φαντάζονταν οι πιστοί που το επισκέπτονταν. Ο αναθέτης λεγόταν Κηφισόδωρος και, όπως δείχνει το όνομά του, η οικογένειά του πρέπει να είχε ιδιαίτερη σχέση με τη λατρεία του Κηφισού.
Στην τελευταία τριακονταετία του 5ου αιώνα π.Χ., ταυτόχρονα με την επανεμφάνιση των επιτύμβιων αναγλύφων στην Αττική, εμφανίζεται μια νέα κατηγορία αναγλύφων, εκείνα που κοσμούν το επάνω μέρος των μαρμάρινων στηλών στις οποίες χαράσσονταν επιγραφές με το κείμενο σημαντικών ψηφισμάτων, δηλαδή αποφάσεων του Δήμου των Αθηναίων. Η συνήθεια να κοσμούνται οι επιγραφές με ανάγλυφα εξαπλώθηκε και σε άλλες περιοχές, αλλά τα περισσότερα παραδείγματα, και μάλιστα με μεγάλη διαφορά, προέρχονται από την Αττική. Οι παραστάσεις των αναγλύφων αυτών, που τα ονομάζουμε ψηφισματικά, εικονογραφούν με συμβολικό τρόπο το περιεχόμενο του ψηφίσματος. Τέτοιο παράδειγμα είναι το ανάγλυφο που επιστέφει μια στήλη από την Ελευσίνα με ψήφισμα του έτους 421/420 π.Χ. για την κατασκευή γέφυρας στους Ρειτούς, επάνω στην Ιερά Οδό που πήγαινε από την Αθήνα στην Ελευσίνα (εικ. 241). Στην αριστερή πλευρά του αναγλύφου εικονίζονται οι δύο θεές της Ελευσίνας, η Δήμητρα και η Κόρη (ή Περσεφόνη) με τις δάδες στα χέρια, και στα δεξιά η Αθηνά, πολιούχος θεά της Αθήνας, με κράνος και δόρυ (που αποδιδόταν με χρώμα). Απέναντι στην Αθηνά στέκεται ένας νέος άνδρας ντυμένος με ιμάτιο, που είναι ο Τριπτόλεμος, ο γιος του μυθικού βασιλιά της Ελευσίνας Κελεού (βλ. πιο πάνω, κεφ. 6, ενότητα 6.3.3). Ο Τριπτόλεμος δίνει το δεξί του χέρι στην Αθηνά, ανταλλάσσει δηλαδή μαζί της χαιρετισμό. Με τον συμβολικό αυτό τρόπο δηλώνεται ότι η παραδοσιακά στενή σύνδεση της Αθήνας με την Ελευσίνα έγινε ακόμη στενότερη με την κατασκευή της γέφυρας.
Τα ψηφισματικά ανάγλυφα, αν και τις περισσότερες φορές είναι έργα απλά, χωρίς μεγάλες καλλιτεχνικές αξιώσεις, έχουν σημαντική αξία για τη μελέτη της αρχαίας ελληνικής πλαστικής, επειδή είναι ασφαλώς χρονολογημένα από τα ψηφίσματα που συνοδεύουν. Μας προσφέρεται έτσι η δυνατότητα, βάζοντας τα γλυπτά αυτά σε χρονολογική σειρά, να παρακολουθήσουμε την εξέλιξη της πλαστικής κατά την περίοδο που καλύπτουν, τα χρόνια δηλαδή από το 430 π.Χ. περίπου ως τις αρχές του 3ου αιώνα π.Χ.


____________________
http://www.greek-language.gr/Resources/ancient_greek/history/art/page_107.html

Παρασκευή 27 Μαρτίου 2015

Δέκα και έξι [16] e-books για τα μεγάλα Μουσεία της Ελλάδας

Κατεβάστε Δωρεάν......... 


Πατήστε στους συνδέσμους

Στους παρακάτω συνδέσμους θα βρείτε 16 e-books που μπορείτε να κατεβάσετε
στον υπολογιστή σας τα οποία θα παρουσιάζουν αναλυτικά με εικόνες 
και ειδικά αφιερώματα το Μουσείο της Ακρόπολης, της Αρχαίς Ολυμπίας, 
των Δελφών, του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου αλλά και άλλων 
στην Ελλάδα, όπως της Σάμου, της Πέλλας, του Μαραθώνα κ.α.
Όλες οι εκδόσεις δεν έχουν εμπορικό χαρακτήρα, δεν διατίθενται
 στο εμπόριο και διανέμονται δωρεάν σε επιλεγμένους αποδέκτες, 
μεταξύ των οποίων πανεπιστήμια, βιβλιοθήκες, μουσεία, αρχαιολογικές υπηρεσίες,
 αρχαιολογικές σχολές, ιδρύματα και άλλοι φορείς πολιτισμού και έρευνας στην Ελλάδα


Διαβάστε περισσότερα: http://www.alfavita.gr/arthron/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B5%CE%B2%CE%AC%CF%83%CF%84%CE%B5-%CE%B4%CF%89%CF%81%CE%B5%CE%AC%CE%BD-16-e-books-%CE%B3%CE%B9%CE%B1-%CF%84%CE%B1-%CE%BC%CE%B5%CE%B3%CE%AC%CE%BB%CE%B1-%CE%BC%CE%BF%CF%85%CF%83%CE%B5%CE%AF%CE%B1-%CF%84%CE%B7%CF%82-%CE%B5%CE%BB%CE%BB%CE%AC%CE%B4%CE%B1%CF%82#ixzz3VcR3PBJe 

Τετάρτη 25 Μαρτίου 2015

Διατηρητέα νεοκλασικά κτήρια της Αθήνας

   ΑΘΗΝΑ, 19ος αιώνας   

Μαρία Κουμανταροπούλου και Μάριος Μιχαηλίδης
Αρχιτέκτονες, Διεύθυνση Πολιτιστικών Κτηρίων 
και Αναστήλωσης Νεωτέρων Μνημείων, ΥΠ.ΠΟ.


Η Αθήνα, όπως όλοι τη γνωρίζουμε. Ήταν όμως πάντα έτσι αυτή η Πόλη; Αν όχι, μέσα από ποιες διαδικασίες έφθασε στη σημερινή της κατάσταση; Θα προσπαθήσουμε εδώ μέσα από τις εικόνες, που πολλές φορές είναι πιο εύγλωττες από οποιαδήποτε περιγραφή, να ανατρέξουμε όλο το διάστημα από τη δημιουργία του Νέου Ελληνικού Κράτους μέχρι σήμερα και να κατανοήσουμε τις διαδικασίες παραγωγής της σημερινής εικόνας των Αθηνών, όπως και την ανάγκη ευαισθητοποίησης και στράτευσης όλων των πολιτών για τη διάσωση και διατήρηση των αρχικών προθέσεων. 
3 Φεβρουαρίου 1830: στο Λονδίνο υπογράφεται το πρωτόκολλο με το οποίο αναγνωρίζεται η Ελλάδα ως ανεξάρτητο και ελεύθερο κράτος. Παρ’ όλα αυτά, οι Τούρκοι δεν έχουν ακόμα αποχωρήσει από την Αθήνα και η τουρκική φρουρά εξακολουθεί να κατέχει την Ακρόπολη, την οποία παραδίδει σχεδόν 3 χρόνια μετά, τον Μάρτιο του 1833. Τρεις μήνες αργότερα, υπογράφεται και το διάταγμα με το οποίο η πόλη των Αθηνών ορίζεται πρωτεύουσα του νεοσύστατου Ελληνικού Κράτους.


1. Άποψη των Αθηνών, 19ου αιώνα (απεικόνιση εποχής) Η κατάσταση της Αθήνας τη χρονική αυτή στιγμή είναι τραγική. Στο συμπέρασμα αυτό συγκλίνουν οι μαρτυρίες όλων των περιηγητών που πέρασαν από εδώ αυτή την περίοδο. Έτσι αρχίζει μια τεράστια προσπάθεια πολεοδόμησης και οικοδόμησης, για να μπορέσει η πόλη τα επόμενα χρόνια να ανταποκριθεί στις ανάγκες του διοικητικού και εμπορικού κέντρου που καλείται να αποτελέσει.

2. Άποψη της Αθήνας με την Ακρόπολη (απεικόνιση εποχής)

Ο πρώτος πολεοδομικός χάρτης των Αθηνών εκπονήθηκε από τους αρχιτέκτονες Κλεάνθη και Schaubert. Πρόκειται για ένα φιλόδοξο σχέδιο, πλήρως τεκμηριωμένο, με αυστηρή και άνετη ρυμοτόμηση που αφήνει αρκετούς ελεύθερους χώρους και εξασφαλίζει μια εκτεταμένη αρχαιολογική ζώνη γύρω από την Ακρόπολη.
Το σχέδιο αυτό δεν θα πραγματοποιηθεί ποτέ γιατί μετά τις πρώτες χαράξεις οι Αθηναίοι συνειδητοποιούν ότι οι ιδιοκτησίες τους δεσμεύονται και τα στενά τους συμφέροντα βλάπτονται. Έτσι, αντιδρούν δυναμικά και η πολεμική που υιοθετούν, σε συνδυασμό με την οικονομική αδυναμία του κράτους για την αντιμετώπιση των εκτεταμένων απαλλοτριώσεων, προκαλούν την αναστολή της εφαρμογής του.
Στις 18 Σεπτεμβρίου 1834, εγκρίνεται το νέο πολεοδομικό σχέδιο του Klenze το οποίο έχει ως βάση το πρώτο που εκπονήθηκε από τους Κλεάνθη και Schaubert, με σημαντικές ωστόσο τροποποιήσεις ως προς τα πλάτη των οδών, το πλήθος και το μέγεθος των ελεύθερων χώρων, την έκταση της αρχαιολογικής ζώνης. Και αυτό όμως δεν εφαρμόστηκε στην ολότητά του (ενδεικτικά αναφέρονται: η αλλαγή θέσης των Ανακτόρων και η μεταφορά από τον Κεραμεικό στον άξονα της Ερμού, η δημιουργία της Πλατείας Συντάγματος, η χάραξη της Λεωφ. Αμαλίας, κ.λπ.).
Δεν έχει νόημα να επεκταθούμε περισσότερο στην πρώτη πολεοδομική χάραξη της πόλης των Αθηνών. Πρέπει όμως να πούμε ότι τόσο οι συνεχόμενες απαλλοτριώσεις που αυτή συνεπάγεται και η ανάγκη στέγασης του πληθυσμού, που μοιραία μαζεύεται στην πρωτεύουσα, όσο και η αναγκαιότητα εξεύρεσης έδρας για τις διοικητικές υπηρεσίες του νεοσύστατου κράτους δημιουργούν μια έντονη οικοδομική δραστηριότητα.

3. Το κτίριο Βάϋλερ (Στρατιωτικό Νοσοκομείο, Μακρυγιάννη)

Την περίοδο αυτή λοιπόν αρχίζουν να κτίζονται τα πρώτα δημόσια κτήρια. Ενδεικτικά αναφέρονται:
Στο διάστημα 1834-1835: Οι Βασιλικοί Στάβλοι, το Νομισματοκοπείο στην Κλαυθμώνος, το Βασιλικό Τυπογραφείο (Αρσάκη και Σανταρόζα).
Στο έτος 1836: Τα Βασιλικά Ανάκτορα, το Στρατιωτικό Νοσοκομείο (Μακρυγιάννη και Διονυσίου Αρεοπαγίτου), το Πολιτικό Νοσοκομείο στην Ακαδημίας.
Στη συνέχεια: Το Πανεπιστήμιο (1839), το Οφθαλμιατρείο (1847), η Στρατιωτική Φαρμακαποθήκη (1850), το Αστεροσκοπείο (1843).
Παράλληλα, πρέπει να αναφέρουμε τα εξαιρετικά κτήρια που οικοδομήθηκαν την περίοδο αυτή από πλούσιους ομογενείς, τα οποία ακόμα και σήμερα θεωρούνται από τα πρώτα αρχιτεκτονικά μνημεία της πόλης. Ενδεικτικά αναφέρονται: Αρσάκειο (1846), Βαρβάκειο Λύκειο (1857), Μετσόβειο Πολυτεχνείο (1862), Ζάππειο Μέγαρο (1874).

4. Η Παλαιά Βουλή

5. Το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο

Για να συμπληρώσουμε την εικόνα της πόλης πριν περάσουμε στον χώρο της κατοικίας, πρέπει να αναφερθούμε σε τρεις σημαντικές εκκλησίες που κτίσθηκαν την περίοδο αυτή: τη Μητρόπολη των Αθηνών (1842-1862), την Καθολική Εκκλησία (1853), την Αγγλικανική Εκκλησία (1838).
Τέλος, στην πόλη δεσπόζουν –μαζί με τα δημόσια κτήρια– και οι ιδιωτικές κατοικίες πλουσίων Αθηναίων. Για τον σχεδιασμό και την ανέγερσή τους την ευθύνη έχει ένα πλήθος διαπρεπών Ελλήνων και ξένων αρχιτεκτόνων. Είναι οι ίδιοι αρχιτέκτονες που εργάστηκαν για την ανασυγκρότηση της πόλης και την ανέγερση των δημοσίων κτηρίων την περίοδο αυτή: ο Κλεάνθης, ο Καυτατζόγλου, ο Κάλκος, ο Schaubert, οι αδελφοί Hansen, ο Ε. Ziller κ.ά. Έτσι, εμφανίζονται οι πρώτες επαύλεις, με σχέδια επηρεασμένα από τη δυτική αρχιτεκτονική αλλά και έντονα νεοκλασικά στοιχεία, κυρίως στο κέντρο της πόλης γύρω από τα ανάκτορα, αλλά και πιο έξω, στα θεωρούμενα αριστοκρατικά προάστια.
Παράλληλα, πρέπει να σημειωθεί μια έντονη οικοδομική δραστηριότητα και στην περιφέρεια. Πρόκειται για την ανέγερση μονώροφων και διώροφων κατοικιών οι οποίες στεγάζουν ευρύτερα λαϊκά στρώματα και κτίζονται σύμφωνα με χαρακτηριστική τυπολογία, έχουν αυλή και χαγιάτι στον όροφο, μερικές φορές μάλιστα παρουσιάζουν κάποιες νεοκλασικές επιρροές.
Οι εικόνες 6 και 7 δίνουν μια εικόνα της πόλης στο τέλος του 19ου αιώνα
Η Αθήνα στο κατώφλι του 20ού αιώνα έχει πραγματικά αποκτήσει την εικόνα μιας ευρωπαϊκής πρωτεύουσας.


   ΑΘΗΝΑ, 20ός αιώνας   

6. Πλατεία Συντάγματος

7. Οδός Ερμού

Το πιο σημαντικό φαινόμενο που εμφανίζεται τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα και επηρεάζει και κλιμακωτά μέσα στον χρόνο την εικόνα της πόλης είναι η γένεση και ανάπτυξη ενός νέου πρότυπου στον τομέα της οικοδομής: το πολυώροφο κτίριο κατοικιών, η λεγόμενη αστική πολυκατοικία. 
Τοποθετώντας το γενικότερο πλαίσιο μέσα από το οποίο αναδύθηκε το φαινόμενο της αθηναϊκής πολυκατοικίας, θα μπορούσαμε να αναφέρουμε συνοπτικά τα εξής:
Η γενικότερη εμπόλεμη κατάσταση στα Βαλκάνια συρρικνώνει τις ελληνικές παροικίες και δημιουργεί ένα αναγκαστικό κύμα ομογενών προσφύγων που κατακλύζει τον ελλαδικό χώρο και, μοιραία, την πρωτεύουσα. Το γεγονός αυτό κορυφώνεται με τη Μικρασιατική Καταστροφή του 1922.
Η οικονομική αστάθεια που χαρακτηρίζει την περίοδο αυτή δημιουργεί μια γενικότερη ανασφάλεια, αποτρέποντας από την τοποθέτηση χρημάτων σε παραγωγικούς τομείς και στρέφοντας τους επενδυτές στην οικοδομή, τομέα που στη συγκεκριμένη συγκυρία θεωρείται ασφαλής για επικερδή τοποθέτηση κεφαλαίων.
Η εισαγωγή του οπλισμένου σκυροδέματος και η σταδιακή γενίκευση της εφαρμογής του στον ευρύτερο τομέα των κατασκευών διευκόλυνε και προώθησε σταθερά την κατασκευή πολυώροφων κτηρίων.
Τέλος, πρέπει να αναφερθούμε στο κλίμα ανάδειξης νέων ιδεολογικών τάσεων και κινημάτων που εκφράζονται και στον χώρο της τέχνης. Έτσι, στην αρχιτεκτονική διαπιστώνεται μια σταδιακή τάση απομάκρυνσης από τον ακαδημαϊσμό, ενώ οι αρχές του μοντέρνου κινήματος αρχίζουν να διαφαίνονται και σταδιακά κερδίζουν έδαφος.
Εξετάζοντας τη διαδικασία παραγωγής και εξέλιξης της αθηναϊκής πολυκατοικίας και της αναπόφευκτης επίδρασης στην εικόνα της πόλης που αυτή συνεπάγεται, διακρίνουμε σαφώς τις εξής περιόδους:

α) Τριακονταετία 1900-1929:
Πολυώροφα κτήρια κατοικίας εμφανίζονται σποραδικά στην πόλη (ενδεικτικά αναφέρονται ότι μέχρι το τέλος της περιόδου 1900-1919 κτίζονται μόνον 69 κτήρια).
Το φαινόμενο της επιστροφής των ομογενών βρίσκεται σε ανάπτυξη και η τεχνολογία της κατασκευής χρησιμοποιεί ακόμα παραδοσιακές μεθόδους.
Η πρωτοβουλία της ανέγερσης αφορά έναν ιδιοκτήτη παραγωγό και επικαρπωτή (τα λεγόμενα «αφεντάδικα»). Από την άποψη της τυπολογίας, στην κάτοψη παρουσιάζουν αρκετές ομοιότητες με τις κατοικίες της προηγούμενης περιόδου.

β) Περίοδος 1929-1940: Το 1929 θεωρείται χρονιά-σταθμός για την εξέλιξη της αστικής πολυκατοικίας. Δύο σημαντικά γεγονότα δικαιολογούν τον χαρακτηρισμό αυτό:
Θεσπίζεται ο Ν. 3741/29 ο οποίος προωθεί τον θεσμό της οριζόντιας ιδιοκτησίας. Έτσι εμφανίζονται οι πρώτοι κάτοχοι διαμερισμάτων με δικαιώματα συνιδιοκτησίας επί του συνολικού οικοπέδου (και εδώ επισημαίνουμε την ειδοποιό διαφορά από την προηγούμενη περίοδο όπου υπήρχε ένας ιδιοκτήτης για το σύνολο της οικοδομής). Το γεγονός αυτό επιδρά σημαντικά και στη μορφολογία των κατασκευών (εισάγεται μια αυστηρή τυποποίηση στην τυπολογία των ορόφων. Η τυποποίηση αυτή εμφανίζεται και στις όψεις).
Μπαίνει σε ισχύ ο πρώτος Οικοδομικός Κανονισμός του Κράτους (ΓΟΚ 29). Εισάγονται οι πρώτοι γενικοί κανόνες που διέπουν την κατασκευή και οι πρώτες δεσμεύσεις που ενισχύουν την τυποποίησή της. Παράλληλα, αρχίζει να διαφαίνεται το καθεστώς της αντιπαροχής, όπου ο εργολάβος χρηματοδοτεί την κατασκευή εξ ολοκλήρου, παραχωρώντας ένα ποσοστό της οικοδομής στον ιδιοκτήτη του οικοπέδου.

Το γεγονός αυτό θεωρείται εξαιρετικά σημαντικό για την εξέλιξη της ποιότητας των οικοδομών, αφού με τον τρόπο αυτό εισάγεται παράλληλα ο λεγόμενος χρυσούς κανόνας των εργολάβων: 
- Ελαχιστοποίηση του κόστους (άρα της ποιότητας) 
- Μεγιστοποίηση του κέρδους (που συνοδεύεται από τον εκφυλισμό της οικοδομής).
Τέλος, επισημαίνουμε την αναθεώρηση του Γενικού Κανονισμού του Κράτους Π.Δ. (1934) που ισχυροποιεί όσα επισημάνθηκαν έως τώρα.

ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΤΗΡΙΩΝ - ΜΝΗΜΕΙΩΝ ΚΑΙ ΚΡΑΤΟΣ: 
Η ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ

Την ευθύνη για την προστασία των μνημείων είχαν κατά διάφορες χρονικές περιόδους το υπουργείο Προεδρίας και το υπουργείο Παιδείας, ώσπου στη δεκαετία του ’60 δημιουργήθηκε το Υπουργείο Πολιτισμού (ΥΠΠΟ). Η νομοθεσία όμως που προστατεύει τα μνημεία είναι παλαιότερη. 
Το 1932 ψηφίζεται ο νόμος 5351, ο οποίος εφαρμόζεται μόνο σε μνημεία Προϊστορικά, Κλασικά, Βυζαντινά και Μεταβυζαντινά. Με τον νόμο 1469 του 1950 προστατεύονται τα μεταγενέστερα του 1830 οικοδομήματα και τα έργα τέχνης.
Το 1977 με προεδρικό διάταγμα αποφασίστηκε ο οργανισμός του ΥΠΠΟ ο οποίος δημιουργεί τις αρμόδιες Διευθύνσεις και Εφορείες για την προστασία των Νεωτέρων Μνημείων.
Η Διεύθυνση Πολιτιστικού Κτηρίου και Αναστήλωσης Νεωτέρων Μνημείων (ΔΠΚΑΝΜ) απαρτίζεται από 3 τμήματα: α. Προγραμματισμού και οικοπέδων, β. Μελετών και Επιβλέψεων έργων, και γ. Αναστήλωσης Νεωτέρων Μνημείων. Και τα τρία τμήματα ασχολούνται με θέματα που ανάγονται στη σύνταξη ή τον έλεγχο μελετών που έχουν σχέση με έργα συντήρησης, στερέωσης, αναστήλωσης, αποκατάστασης, διαμόρφωσης των νεωτέρων διατηρητέων μνημείων, ιδιοκτησίας ΥΠΠΟ, Δημοσίου, Νομικών Προσώπων και Ιδιωτικών.
Επίσης, με το μόνιμο εξειδικευμένο συνεργείο γίνονται οι επισκευαστικές και αναστηλωτικές επεμβάσεις στα ιδιόκτητα από το ΥΠΠΟ κτήρια. Ο έλεγχος πραγματοποιείται σε συνεργασία με τις επτά Εφορείες Νεωτέρων Μνημείων που καλύπτουν όλη την επικράτεια.
Το έργο της Διεύθυνσης από τη σύστασή της –το 1979– αποτελεί, όπως ορίζει ο νόμος 1469/50 και ο οργανισμός του ΥΠΠΟ, την προστασία των διατηρητέων κτηρίων που κατασκευάστηκαν μετά το 1830 και μέχρι τις ημέρες μας, τα οποία παρουσιάζουν ιδιαίτερο αρχιτεκτονικό και ιστορικό ενδιαφέρον. Τα κτήρια του 19ου αιώνα καθώς και των αρχών του 20ού αποτελούν για όλους μας την πλέον σημαντική ομάδα αρχιτεκτονημάτων, με προεξέχοντα αυτά του νεοκλασικισμού.
Τα νεοκλασικά και νεοκλασικίζοντα κτήρια γεφυρώνουν την προεπαναστατική εποχή με εκείνη της αναγέννησης του Νέου Ελληνικού Κράτους. Η ανθρώπινη κλίμακά τους μας διδάσκει για την αρμονία μεταξύ της όψης και της κάτοψης, εμπλουτισμένες με τις ποικιλόμορφες διακοσμήσεις.
Έργο, λοιπόν, της Διεύθυνσης, η προστασία της πολιτιστικής μας κληρονομιάς, όμως τα προβλήματα τεράστια. Οι αλλαγές στον κοινωνικό αλλά και οικονομικό τομέα που συντελέστηκαν μεταξύ της Μικρασιατικής Καταστροφής και του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου επέβαλαν τη μετακίνηση σημαντικού αριθμού των Ελλήνων και η αλλοίωση της σχέσης πόλης και επαρχίας προκάλεσε δραστικές αλλαγές στην κλίμακα και τη μορφή της Αθήνας. Αστυφιλία, υπεραξία γης, εύκολο κέρδος: οι σημαντικότεροι παράγοντες της καταστροφής.
Πολλοί είναι εκείνοι που προσπάθησαν να διασώσουν τη συνέχεια του πολιτισμού μας, άλλοτε με θετικά και άλλοτε με αρνητικά αποτελέσματα. Το κράτος παραστέκεται, χωρίς όμως να μπορεί να επέμβει δυναμικά. Ενδιαφέρουν κατά κύριο λόγο τα απομεινάρια άλλων εποχών. Τα μνημεία των νεωτέρων χρόνων είναι ακόμη ζωντανά, συμμετέχουν στις κοινωνικές και οικονομικές συναλλαγές, δεν έχουν γίνει σπάνια και αρχαία. Το έργο της διάσωσης δύσκολο αλλά όχι αδύνατο. Πρέπει να αξιολογήσουμε τα κτήρια, να τα κατατάξουμε σύμφωνα με την αρχιτεκτονική-ιστορική αξία και σημασία τους, όχι μόνο τοπικά αλλά και πανελλήνια. Πρέπει να συμβιβαστούμε για να περισώσουμε.
Οι μελέτες που υποβάλλονται για έγκριση, ως επί το πλείστον, απαιτούν αλλαγές στη χρήση που, όπως προαναφέραμε, οφείλονται στην αλλαγή της οργάνωσης της πόλης. Μπορούμε να τις κατατάξουμε στις παρακάτω κατηγορίες ανάλογα με τη μέθοδο, τα υλικά και τη χρήση:
Επισκευή και αναστήλωση με ανακατασκευή και αντικατάσταση όλων των δομικών υλικών σύμφωνα με τα υπάρχοντα, χωρίς αλλαγή χρήσης στο κτήριο.
Επισκευή και αναστήλωση τμημάτων του κτηρίου (όψη και κλιμακοστάσιο, δάπεδα, κ.ά.) και χρήση σύγχρονων δομικών υλικών, κυρίως στο εσωτερικό του κτηρίου με ή χωρίς αλλαγή χρήσης.
Διατήρηση μόνο της όψης και κατασκευή εσωτερικού φορέα, όταν υπάρχει αλλαγή χρήσης για την εγκατάσταση γραφείων.
Το κόστος επισκευής αποτελεί έναν πολύ σημαντικό παράγοντα. Τα εξειδικευμένα συνεργεία και υλικά που απαιτούνται για μια σωστή επέμβαση στα μνημεία επιβαρύνουν σημαντικά τον προϋπολογισμό.
Δυστυχώς, οι χαμηλοί προϋπολογισμοί που διατίθενται για τον πολιτισμό δεν επιτρέπουν την επιδότηση των ιδιοκτητών. Εξαίρεση αποτελεί το πρόγραμμα «Πιλότος» για την πόλη της Καλαμάτας, όπου μετά τον καταστροφικό σεισμό του 1986 ελήφθησαν τα παρακάτω μέτρα:
Έγινε άμεση καταγραφή των παλαιών κτηρίων της πόλης και προχωρεί ο χαρακτηρισμός των αξιολογότερων.
Δημιουργήθηκε Γραφείο (Κλιμάκιο ΥΠΠΟ) στην πόλη, το οποίο διευκόλυνε τις επαφές των ενδιαφερομένων πολιτών με το ΥΠΠΟ.
Διατέθηκαν κονδύλια συμβολικής επιδότησης των ιδιοκτητών για την εκπόνηση των μελετών επισκευής και εργασίες αποκατάστασης των όψεων των διατηρητέων κτηρίων.
Τα μέτρα που προαναφέρθηκαν είχαν ως αποτέλεσμα την επισκευή των 2/3 από τα 123 διατηρητέα κτήρια της πόλης και έτσι τη διάσωση της ιστορικής της μνήμης.
Πρόθεση του ΥΠΠΟ είναι η εφαρμογή του και στους νομούς Ηλείας και Αχαΐας. Θα πρέπει να αναφέρουμε ότι η συνεργασία του ΥΠΠΟ με το ΥΠΕΧΩΔΕ με σκοπό την προστασία και διατήρηση της κληρονομιάς έχει αποφέρει σημαντικά αποτελέσματα. Η επιβολή ειδικών όρων δόμησης και η μείωση των συντελεστών αποθαρρύνει την κατεδάφιση κτηρίων, μια που σε πολλές περιπτώσεις η εκμετάλλευση υφισταμένου κτηρίου είναι πιο επικερδής σε τετραγωνικά μέτρα.
Από το 1979 που δημιουργήθηκε η ΔΠΚΑΝΜ, οργανώθηκαν και πραγματοποιήθηκαν μελέτες σε σύνολα αλλά και σε μεμονωμένα κτήρια. Ενδεικτικά, από το 1980 αποφασίστηκε η εξυγίανση των αυθαιρέτων κτισμάτων και επιγραφών από κτήρια της Πλάκας, έγιναν καταγραφές και αποτυπώσεις από τους αρχιτέκτονες της Διεύθυνσης και προτάθηκαν τρόποι επέμβασης που εφαρμόστηκαν σύμφωνα με τη νομοθεσία, ενώ το πρόγραμμα ενοποίησης αρχαιολογικών χώρων της Αθήνας μάς έδωσε τη δυνατότητα να συμπεριλάβουμε αξιόλογα κτήρια ιδιοκτησίας του ΥΠΠΟ στο πρόγραμμα αποκατάστασης, έτσι ώστε να αναδείξουμε την πλούσια αρχιτεκτονική μας κληρονομιά.


____________
http://www.eie.gr/archaeologia/gr/chapter_more_12.aspx

Πέμπτη 23 Οκτωβρίου 2014

Έλληνες φυγάδευσαν τα αρχαία της Αμφίπολης

Έλληνες φυγάδευσαν τα αρχαία της Αμφίπολης

Αντικείμενα της Αμφίπολης δόθηκαν στην Βρετανία κατόπιν συμφωνίας με τις ελληνικές Αρχές


 Ν έα δεδομένα στο ζήτημα του κατά πόσο βρετανικά στρατεύματα κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου λεηλάτησαν, έκλεψαν και εν συνεχεία μετέφεραν αρχαία αντικείμενα από την Αμφίπολη στην Αγγλία όπως αποκαλύπτει στο ρεπορτάζ του  το zougla.gr
Αφορμή στάθηκαν διάφορα αρχαία αντικείμενα τα οποία αν και προέρχονται από την Αμφίπολη, εκτίθενται στο Βρετανικό Μουσείο.
Τα ευρήματα υπολογίζεται ότι ανακαλύφθηκαν από Βρετανούς στρατιώτες την περίοδο 1915 – 1918 και παραδόθηκαν στο μουσείο από έναν Βρετανό στρατιωτικό γιατρό, ο οποίος υπηρετούσε μαζί με τις δυνάμεις της Αντάντ κατά τη διάρκεια του Μεγάλου Πολέμου.
Το βασικό ερώτημα είναι απλό. Έκλεψαν τελικά οι Βρετανοί στρατιώτες αντικείμενα από την Αμφίπολη; Και αν όχι με ποιον τρόπο τα ευρήματα βρέθηκαν στην κατοχή του Βρετανικού Μουσείου;
Την απάντηση στο παραπάνω ερώτημα δίνει το ίδιο το μουσείο έπειτα από παρέμβαση-επικοινωνία του zougla.gr αφενός με στέλεχος του μουσείου και συγκεκριμένα διευθυντή στον τομέα Ελληνικής και Ρωμαϊκής αρχαιότητας, τον Andrew Shapland και αφετέρου με τον διευθυντή φωτογραφίας του Αυτοκρατορικού Πολεμικού Μουσείου (Ιmperial War Museum) του Λονδίνου, Alan Wakefield.
«Τα αρχαία δόθηκαν κατόπιν συμφωνίας»
Το Βρετανικό Μουσείο, στην απάντηση που απέστειλε στο zougla.gr, ξεκαθαρίζει ότι έχει στην κατοχή του αρχαία αντικείμενα από την Αμφίπολη τα οποία αποκτήθηκαν κατόπιν συμφωνίας των ελληνικών Αρχών με τις βρετανικές στρατιωτικές δυνάμεις κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου.
Ειδικότερα, όπως τονίζεται, «τον Φεβρουάριο του 1916 επετεύχθη συμφωνία ανάμεσα στην Ελληνική Αρχαιολογική Υπηρεσία, εκπρόσωπος της οποίας ήταν ο Γεώργιος Οικονόμου και αντιπροσώπους των δυνάμεων της Αντάντ σχετικά με την ανακάλυψη των αρχαιοτήτων. Η συμφωνία διαβεβαίωνε ότι η ελληνική νομοθεσία για τις αρχαιότητες είχε ισχύ σε περιοχές οι οποίες ήταν υπό τον έλεγχο των βρετανικών και των γαλλικών δυνάμεων».
Επιπλέον, οι επικεφαλής του ιδρύματος αναφέρουν ότι το μουσείο φιλοξενεί μια μικρή συλλογή αντικειμένων από την Αμφίπολη στην οποία περιλαμβάνονται δύο κεραμικά αγγεία, ένα χάλκινο δακτυλίδι, μία χάλκινη καρφίτσα και κομμάτι χρυσού (σ.σ. που τοποθετούνταν στο στόμα του νεκρού), ένα δόρυ και ένα μαχαίρι από χαλκό τα οποία παραδόθηκαν από τον στρατιωτικό γιατρό του Βασιλικού Στρατιωτικού Ιατρικού Σώματος, δρ. Έρικ Γκάρντνερ.

(Τα ευρήματα της Αμφίπολης που εκτίθενται στο Βρετανικό Μουσείο)
Πρέπει να σημειωθεί ότι στην απάντηση του μουσείου ξεκαθαρίζεται ότι τα αντικείμενα αυτά δεν έχουν καμία σχέση με τις ανασκαφές που διεξάγονται το τελευταίο χρονικό διάστημα στον λόφο Καστά. Αντιθέτως χρονολογούνται , όπως επισημαίνεται, τον 6ο αιώνα π.Χ., δηλαδή δύο αιώνες πριν από την δημιουργία του τύμβου της Αμφίπολης.
Η απάντηση του μουσείου:


Η μετάφραση:

«Η συλλογή του Βρετανικού Μουσείου δεν περιλαμβάνει αντικείμενα από τον τύμβο Καστά στην Αμφίπολη της Βορείου Ελλάδας, όπου παροντικά γίνονται ανασκαφές από αρχαιολόγους του Ελληνικού Υπουργείου Πολιτισμού.
Το Βρετανικό Μουσείο φιλοξενεί μία μικρή συλλογή αντικειμένων από την περιοχή της Αμφίπολης. Μεταξύ άλλων (στη συλλογή) περιλαμβάνονται δύο κεραμικά αγγεία, μεταλλικά κοσμήματα και δύο όπλα, που δόθηκαν ως δωρεά κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου από στρατιωτικό γιατρό του Βασιλικού Στρατιωτικού Ιατρικού Σώματος, τον δρ. Έρικ Γκάρντνερ.
Τα αντικείμενα που δώρισε ο δρ. Έρικ Γκάρντνερ στο Βρετανικό Μουσείο σχετίζονται με μία λιτή ταφή που χρονολογείται τον 6ο αιώνα π.Χ. Ως εκ τούτου δεν μπορούν να έχουν σχέση με τον τάφο που χτίστηκε αργότερα, τον 4ο αιώνα π.Χ., όπου τις τρέχουσες ημέρες γίνονται ανασκαφές στον τύμβο Καστά: Δεν υπάρχουν στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι οι Βρετανοί στρατιώτες ανακάλυψαν ή έκαναν ανασκαφές σε αυτόν τον σημαντικό τάφο.
Οι πρόσφατες ανακαλύψεις σ” ένα μεγάλο ταφικό μνημείο στην περιοχή της Αμφίπολης στη Βόρεια Ελλάδα έχουν κινήσει το ενδιαφέρον των μίντια. Οι ανασκαφές που βρίσκονται σε εξέλιξη στον λόφο Καστά έχουν αποκαλύψει μία εντυπωσιακή ταφική είσοδο η οποία ανάγεται στα τέλη του 4ου αιώνα π.Χ., γύρω στην εποχή του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Προς το παρόν η ανασκαφή δεν έχει προχωρήσει μέχρι τον ταφικό θάλαμο, ωστόσο είναι πιθανό να οδηγήσει σ” ένα εξαιρετικό «σύνολο», εάν ο θάλαμος είναι άθικτος.
Η Αμφίπολη είναι μία περιοχή η οποία χρονολογείται από την Προϊστορική Περίοδο και συμπεριλαμβάνει πολλές περιόδους. Έγινε αθηναϊκή αποικία τον 5ο αιώνα π.Χ. και ήταν το σημείο όπου διεξήχθη μία σημαντική μάχη του Πελοποννησιακού Πολέμου. Όπως σε κάθε ελληνική πόλη, υπήρχαν και εκεί πολλοί τάφοι στον γύρω οικισμό. Τάφοι από την Εποχή του Σιδήρου κι έπειτα έχουν ανασκαφεί στην πέριξ περιοχή.
Η Αμφίπολη βρίσκεται στον ποταμό Στρυμόνα ο οποίος έγινε η πρώτη γραμμή ανάμεσα στις βουλγαρικές και τις συμμαχικές δυνάμεις στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ως αποτέλεσμα της στρατιωτικής δραστηριότητας, κομμάτια από ένα μνημείο πέτρινου λέοντα ανακαλύφθηκαν κοντά στο ποτάμι από τους Βρετανούς στρατιώτες. Ο Λέων της Αμφίπολης, μνημείο το οποίο αποκαταστάθηκε την εποχή του 1930, έχει συσχετιστεί με τον τύμβο Καστά από τους αρχαιολόγους.
Παρ” όλο που είναι πιθανό αυτό το Μνημείο του Λέοντα να ήταν το σημείο αναφοράς του εν λόγω μνημειώδους τάφου, εντοπίστηκε αρκετά χιλιόμετρα πιο βόρεια, στην απέναντι όχθη του ποταμού. Είναι πιθανό να μετακινήθηκε από τον τύμβο Καστά σε αυτήν την τοποθεσία, κάποια στιγμή στους αρχαίους χρόνους.
Ένα μεγάλο μέρος αρχαιοτήτων ανακαλύφθηκε από Βρετανούς και Γάλλους στρατιώτες που συμμετείχαν στο «Μέτωπο της Θεσσαλονίκης»* ως απόρροια στρατιωτικής δράσης. Τον Φεβρουάριο του 1916 επετεύχθη συμφωνία ανάμεσα στην Ελληνική Αρχαιολογική Υπηρεσία, εκπρόσωπος της οποίας ήταν ο Γεώργιος Οικονόμου και αντιπροσώπους των συμμαχικών δυνάμεων σχετικά με την ανακάλυψη των αρχαιοτήτων.
Αυτή διαβεβαίωνε ότι η ελληνική νομοθεσία για τις Αρχαιότητες υποστηρίζονταν σε περιοχές οι οποίες ήταν υπό τον έλεγχο των βρετανικών και των γαλλικών δυνάμεων. Στο τέλος του πολέμου πολλά από τα ευρήματα του βρετανικού στρατού στη Θεσσαλονίκη μεταφέρθηκαν στο Λονδίνο με την άδεια της ελληνικής κυβέρνησης. Η συλλογή του Βρετανικού Μουσείου συμπεριλαμβάνει 3.000 αντικείμενα των βρετανικών δυνάμεων στη Θεσσαλονίκη.
Κατά τη διάρκεια του πολέμου το Βρετανικό Μουσείο δέχθηκε μία δωρεά του στρατιωτικού του Βασιλικού Στρατιωτικού Ιατρικού Σώματος, δρ. Έρικ Γκάρντνερ. Αυτή η ομάδα αντικειμένων που σχετίζεται με την Αμφίπολη χαρακτηρίστηκε ως το «περιεχόμενο ενός τάφου στον Στρυμόνα» και χρονολογείται τον 6ο αιώνα π.Χ. Αποτελείται από δύο κεραμικά αγγεία, ένα χάλκινο δακτυλίδι, μία χάλκινη καρφίτσα και κομμάτι χρυσού (σ.σ. που τοποθετούνταν στο στόμα του νεκρού). Ένα δόρυ και ένα μαχαίρι από χαλκό τα οποία μεταγενέστερα σχετίστηκαν με αυτή τη δωρεά δεν είχαν καταγραφεί τότε.
Ο Γκάρντνερ ήταν παρών όταν ένας διαφορετικός τάφος κοντά στην Αμφίπολη αποκαλύφθηκε έπειτα από βουλγαρικό βομβαρδισμό: αγκίστρια από τον τάφο χρησιμοποιήθηκαν από τις βρετανικές δυνάμεις για να πιάσουν ψάρια στην κοντινή λίμνη. Είναι πιθανό η εκσκαφή τάφρων και οι βομβαρδισμοί να οδήγησαν στην αποκάλυψη αρκετών τάφων στην Αμφίπολη, παρόλα αυτά η συλλογή του Βρετανικού Μουσείου περιλαμβάνει μόνο αυτή το σύνολο ταφικών αντικειμένων και τέσσερα ποικίλα αντικείμενα που αποκτήθηκαν πριν από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Τα αντικείμενα που δώρισε ο δρ. Έρικ Γκάρντνερ στο Βρετανικό Μουσείο σχετίζονται με μία λιτή ταφή που χρονολογείται τον 6ο αιώνα π.Χ. Ως εκ τούτου δεν μπορούν να έχουν σχέση με τον τάφο που δημιουργήθηκε αργότερα, τον 4ο αιώνα π.Χ., όπου τις τρέχουσες ημέρες γίνονται ανασκαφές στον τύμβο Καστά: Δεν υπάρχουν στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι οι Βρετανοί στρατιώτες ανακάλυψαν ή έκαναν ανασκαφές σε αυτόν τον σημαντικό τάφο».
* Τον Οκτώβριο του 1915 στρατεύματα της «Entente» (Βρετανοί και Γάλλοι) αποβιβάζονται στη Θεσσαλονίκη και δημιουργούν με τη συνεργασία Σέρβων, Ιταλών, Ρώσων και Ελλήνων το «Μακεδονικό Μέτωπο του Α” Παγκοσμίου Πολέμου» γνωστό και ως «Μέτωπο της Θεσσαλονίκης». Aν και η Ελλάδα δεν είχε ακόμα μπει στον πόλεμο, ο πόλεμος είχε μπει στην Ελλάδα. Αντίπαλοι του Μετώπου ήταν οι «Κεντρικές Δυνάμεις», Βούλγαροι, Γερμανοί, Αυστροούγγροι και αργότερα Τούρκοι.

«Ήταν μια ένδειξη ευγνωμοσύνης προς τους Βρετανούς στρατιώτες»
Το zougla.gr συνομίλησε με τον διευθυντή φωτογραφίας του Αυτοκρατορικού Πολεμικού Μουσείου (Ιmperial War Museum) του Λονδίνου, κ. Alan Wakefield, ο οποίος περιέγραψε πώς ακριβώς γινόταν η διαδικασία εισαγωγής των αρχαίων αντικειμένων την περίοδο εκείνη από την Ελλάδα στη Βρετανία.
Όπως ανέφερε o κ.Wakefield οι στρατιώτες που κατείχαν αρχαιότητες από την Ελλάδα, όφειλαν να δίνουν αναφορά στο Αρχηγείο του Στρατού, προκειμένου να καταγραφούν ένα-ένα τα αντικείμενα τα οποία εν συνεχεία μεταφέρονταν στον Πύργο του Λονδίνου. Από εκεί και πέρα, κατόπιν απόφασης, παραδίδονταν σε μουσεία, ανάλογα με τη θεματολογία τους.
«Τα αντικείμενα της Αμφίπολης όπως και πολλά άλλα παραδίδονταν ως ένδειξη ευγνωμοσύνης, ως ένα “ευχαριστώ” προς τους Βρετανούς και τους Γάλλους στρατιώτες για την βοήθεια που προσέφεραν στο μέτωπο» είπε μεταξύ άλλων ο κ. Wakefield.
Όσον αφορά στις αρχαιότητες της Αμφίπολης, αποκάλυψε ότι η πρώτη σκέψη ήταν να αποδοθούν στο Ιmperial War Museum, «ωστόσο κάτι τέτοιο δεν έγινε αποδεκτό από τους υπεύθυνους του μουσείου. Αυτό διότι ως Πολεμικό Μουσείο, η θεματολογία μας περιορίζεται περισσότερο σε πολεμικά όπλα, οχήματα κλπ. και όχι σε αντικείμενα τέτοιου είδους που αποκτήθηκαν από δωρεές».
«Δύσκολο να είχε γίνει μια τέτοια συμφωνία»
Το zougla.gr επικοινώνησε με τον γενικό γραμματέα της «Εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας» κ. Βασίλη Πετράκο, ο οποίος σημείωσε ότι εκείνη την περίοδο θα ήταν δύσκολο να γίνει μια τέτοιου είδους συμφωνία μεταξύ των ελληνικών Αρχών και της Βρετανίας.
«Το 1916 ο κ. Οικονόμου ήταν έφορος αρχαιοτήτων, όχι προϊστάμενος. Και οι Βρετανοί και οι Γάλλοι πήραν διάφορα αντικείμενα καθώς οι περιοχές δεν ήταν ακόμα στην κατοχή μας. Όλοι πήραν την εποχή εκείνη. Όποιος είχε την κατοχή της περιοχής μπορούσε να πάρει χωρίς να ρωτήσει κανέναν. Πάντως θα ήταν δύσκολο να επιτευχθεί μια τέτοια συμφωνία. Βέβαια τα στοιχεία για το πώς τα αντικείμενα της Αμφίπολης βρέθηκαν στην κατοχή των Άγγλων θα υπάρχουν στα βιβλία εισαγωγής του μουσείου» ανέφερε ο κ. Πετράκος χαρακτηριστικά.

Τρίτη 21 Οκτωβρίου 2014

Intact head of sphinx unearthed in Amphipolis

Archaeologists announce discovery of a marble head described as an ‘exquisite work of art’




The team of archaeologists working at the tomb of Amphipolis in northern Greece have unearthed an intact marble head of a sphinx, the Greek culture ministry announced on Tuesday evening.
“It is intact with a slight fracture on the noise,” the ministry said in a written statement, describing it as “as sculpture of exquisite art”. Its length is 60 cm. Archaeologist also said they found fragments of the Sphinx’s wings.
The find follows last week’s discovery of an intricate floor mosaic depicting a bearded horseman with a laurel wreath driving a chariot led by the god Hermes.
The burial site in Amphipolis, discovered in August, is, reportedly, the largest tomb ever revealed in Greece.